Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδρύματα-Άσυλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδρύματα-Άσυλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

ΛΕΡΟΣ, 25 χρόνια μετά: Από το ξεπέρασμα του ψυχιατρικού εγκλεισμού στην ίδρυση νέου στρατοπέδου συγκέντρωσης για πρόσφυγες και μετανάστες




Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016, 10.00 πμ, 
Αίθουσα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΛ), Ερμού 134, Θησείο

Εχουν περάσει 25 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η παρέμβαση για τον ριζικό μετασχηματισμό και την Αποϊδρυματοποίηση του ψυχιατρείου της Λέρου, ενός χώρου που έχει μείνει στην συλλογική ιστορική μνήμη ως η ορατή ενσάρκωση της εγγενούς βαρβαρότητας της κυρίαρχης ψυχιατρικής, η οποία, στη διαχρονική της συνέργια με τις εκάστοτε επίσημες κρατικές πολιτικές, εξακολουθεί, και μετά την εμπειρία της Λέρου, να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου, ακύρωσης της υποκειμενικότητας, καταστρατήγησης των δικαιωμάτων και εξανδραποδισμού των ατόμων με «προβλήματα ψυχικής υγείας».

Οι χώροι αυτοί, που χρησιμοποιήθηκαν στην πρόσφατη, μεταπολεμική ιστορία για τον διαδοχικό εγκλεισμό διαφόρων ομάδων ανεπιθύμητων στην κυρίαρχη κοινωνική τάξη και εξουσία (ανταρτόπαιδες προς «εθνικήν αναμόρφωσιν», ψυχικά ασθενείς, πολιτικοί εξόριστοι στη διάρκεια της χούντας), ετοιμάζονται τώρα για τον εγκλεισμό προσφύγων και μεταναστών, όλων αυτών, των όλο και περισσότερων που, αν διασωθούν από τον υγρό τάφο του Αιγαίου (και την βίαιη απώθηση που προωθείται ως η επίσημη «πρώτη υποδοχή»), θα βρεθούν έγκλειστοι εκεί προκειμένου, σε εκτέλεση των εντολών της ΕΕ, να επαναπροωθηθούν με τη βία στην χώρα προέλευσης.

Ετσι, το ζήτημα της «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» (που ποτέ δεν έγινε), σε μια περίοδο πρωτοφανούς οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης όπως η σημερινή, όπου το κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα αποχτά τις πιο κατασταλτικές και βάρβαρες μορφές του, έρχεται στο προσκήνιο σε συγχρονικότητα με την βάρβαρη και δολοφονική μεταχείριση των «άλλων» απόβλητων του κυρίαρχου συστήματος, των εκατομμυρίων προσφύγων και μεταναστών που ακριβώς οι διεθνείς πολιτικές (οικονομική εκμετάλλευση, στρατιωτικές επεμβάσεις κλπ) του συστήματος αυτού δημιούργησαν.

Σε συνέχεια της συζήτησης «Λέρος, 25 χρόνια μετά», που άνοιξε στην ίδια την Λέρο, στην τριήμερη συνάντηση του περασμένου Ιουνίου, καλούμε όλους και όλες, που είναι σε αναζήτηση διαδρομών πέρα από την κυρίαρχη ψυχιατρική, που επιθυμούν να παλέψουν για «πόρτες ανοιχτές», στην επικοινωνία, στον ισότιμο διάλογο, στην λειτουργία των υπηρεσιών (χωρίς, δηλαδή, μηχανικές καθηλώσεις και απομονώσεις) και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, καθώς, επίσης, και ενάντια στις εξοντωτικές πολιτικές της «Ευρώπης φρούριο», για μια πολιτική «ανοιχτών συνόρων», που, ενάντια σε κάθε μορφής ρατσισμό, πραγματικά υποδέχεται, φιλοξενεί, στηρίζει και δεν εγκλείει σε «κέντρα κράτησης» (hotspot/στρατόπεδα συγκέντρωσης) πρόσφυγες και μετανάστες, να πάρουν μέρος και να συνεισφέρουν στην εκδήλωση-συζήτηση της 13/2/16 και στην συγκρότηση δράσεων αντίστασης ενάντια σε κάθε μορφή εγκλεισμού, αποκλεισμού και βάρβαρης αντιμετώπισης ψυχικά πάσχοντα, μετανάστη, πρόσφυγα.

Πρόγραμμα

10.00: Προσέλευση

10.15: Προβολή βίντεο

11.00: Η εμπειρία της Αποϊδρυματοποίησης στο Κ.Θ. Λέρου.
Πώς αυτό που παρουσιαζόταν ως αδύνατο έγινε δυνατό.
Συντονισμός : Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου

- Εικόνες από την ιστορία του στρατοπεδικού εγκλεισμού στη Λέρο
- Μαρία Κακογιάννη: Το ξεκίνημα μιας πορείας μετασχηματισμού μέσα από την καθημερινότητα της πράξης
- Μαρία Γιαννοπούλου: Η γλώσσα της αλλαγής
- Χρύσα Κραββαρίτη: Από την σιωπή του ασύλου στην συνάντηση με την ΄καλή, μεγάλη μουσική΄
- Λάμπρος Γιώτης: Η ομάδα θεάτρου ως μοχλός της Αποιδρυματοποίησης
- Γιώργος Ευθυμίου: Η εμπειρία της παρέμβασης της εθελοντικής ομάδας φοιτητών
του τμήματος Ψυχολογίας του ΑΠΘ, τον Ιούλιο 1999 και 2000, στο Κ.Θ. Λέρου
- Κώστας Μπαϊρακτάρης: ΜΚΟ και κερδοσκοπικός ανθρωπισμός

Συζήτηση

13.00: Προβολή βίντεο

13.45: Διάλειμμα

14.30: Πρόσφυγες και μετανάστες: οι απόβλητοι της νέας εποχής.
Ζωές ανάμεσα στον υγρό τάφο του Αιγαίου και τον στρατοπεδικό εγκλεισμό.
Συντονισμός: Λυκούργος Καρατζαφέρης

- Δώρα Κουτσανέλλου: Πώς η κεντρική και η τοπική εξουσία ακυρώνει τη δουλειά των αλληλέγγυων με την δημιουργία hotspot/στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Λέρο
- Δέσποινα Κωστοπούλου: Πρόσφυγες και τραύμα: από τη βία του πολέμου στη βία του εγκλεισμού
- Ατομικές ιστορίες και διαδρομές μετανάστευσης και προσφυγιάς: Ριάντ, Μωχάμετ, Φατίμα, Τζελάλ, Νταβίντ
- Ελισάβετ Αντάπαση: Αυτοοργάνωση και αλληλεγγύη: ένα κοινωνικό πείραμα στη Νοταρά 26
- Χρύσα Κουκουτού: Η κινηματική δράση για τους πρόσφυγες/μετανάστες σε μια
αυτοδιαχειριζόμενη /αλληλέγγυα δομή φιλοξενίας. Διλήμματα και προκλήσεις

Συζήτηση

Κλείσιμο: Κατερίνα Μάτσα


  

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Κατάληψη του πρώην ΚΕΠΕΠ Λεχαινών από την Κίνηση Χειραφέτησης ΑμεΑ «Μηδενική Ανοχή»

  
"Σε κατάληψη του πρώην ΚΕΠΕΠ Λεχαινών προχώρησε η Κίνηση Χειραφέτησης ΑμεΑ «Μηδενική Ανοχή» υψώνοντας την δική της «φωνή διαμαρτυρίας ενάντια στον κοινωνικό στιγματισμό και το καθεστώς ένοχης σιωπής που τον γεννά και ανατροφοδοτεί».

Η κίνηση στέλνει μήνυμα σημειώνοντας ότι «οι φράχτες που διαχρονικά εμποδίζουν παιδιά και ενήλικες να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή οφείλουν να πέσουν» και ζητάει άμεση λύση για την αξιοπρέπεια και την ζωή των παιδιών με αναπηρία.

Καλεί την κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της για τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης των παιδιών και ενηλίκων με αναπηρία που κρατούνται σε κλουβιά και δεμένοι/ες στα κρεβάτια τους..." (πηγή)


Στη σελίδα f/b της Κίνησης Χειραφέτησης ΑμεΑ «Μηδενική Ανοχή» μπορείτε να ενημερωθείτε για τις εξελίξεις και να διαβάσετε το σχετικό Δελτίο Τύπου

Υπενθυμίζω ότι οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των παιδιών και ενηλίκων που ζουν στο συγκεκριμένο ίδρυμα είναι γνωστές εδώ και πολλά χρόνια και ξανα-ανακαλύπτονται από τα εγχώρια και ξένα ΜΜΕ κάθε δυο-τρία χρόνια. Παρ'όλα αυτά οι πρώην υπουργοί Υγείας έμειναν στα λόγια και η κατάσταση παραμένει τραγική. Πριν από λίγα χρόνια το "βάρος" των προνοιακών ιδρυμάτων, όπως το ΚΕΠΕΠ Λεχαινών, έφυγε από το υπουργείο Υγείας και πέρασε στο Εργασίας, για άγνωστους λόγους. 

Την τελευταία φορά που το μόνιμο σκάνδαλο του ΚΕΠΕΠ Λεχαινών ξαναήρθε στη δημοσιότητα, ήταν ακριβώς πριν από ένα χρόνο με το ρεπορτάζ του BBC "The disabled children locked up in cages". Η τότε υφυπουργός Υγείας Κατερίνα Παπακώστα είχε δηλώσει την ευαισθησία της αλλά και την ...αναρμοδιότητά της. Λίγες μέρες αργότερα ανακοίνωσε την πρόσληψη προσωπικού, δηλώνοντας ότι "τα πάρκα (σσ. εννοεί τα κλουβιά), όπου μια μερίδα παιδιών για λόγους προστασίας δικής τους πρέπει να βρίσκονται, κάποιοι τα παρουσίασαν τελείως διαφορετικά. Ρώτησα τους επιστήμονες που είναι εξειδικευμένοι και μου είπαν ότι σε αυτές τις περιπτώσεις έτσι γίνεται η προστασία των παιδιών, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά".

Το αμέσως προηγούμενο σκάνδαλο για το ΚΕΠΕΠ Λεχαινών είχε βρει τον Ανδρέα Λοβέρδο στη θέση του υπουργού Υγείας, ο οποίος αφού μίλησε κι αυτός με ευαισθησία για τα "πλάσματα" που βρίσκονται στο ΚΕΠΕΠ Λεχαινών, υποσχέθηκε προσλήψεις πέντε ατόμων! 

Σήμερα, με την κατάληψη του ΚΕΠΕΠ Λεχαινών, έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα το θέμα και βρίσκει τον Σύριζα στην κυβέρνηση. Θα ακούσουμε ακόμα μια φορά για βελτιώσεις του χώρου και προσλήψεις ή θα ξεκινήσει επιτέλους η συζήτηση για το οριστικό κλείσιμο αυτών των ιδρυμάτων που ξεχάστηκαν από τα προγράμματα αποασυλοποίησης, για τα οποία διατέθηκαν τεράστια Ευρωπαϊκά κονδύλια τα τελευταία 25-30 χρόνια;

Διαβάστε σχετικά:






...διαβάστε και μια παλαιότερη ανάρτηση που περιγράφει την καθημερινή ζωή των παιδιών με αναπηρίες σε ένα άλλο ίδρυμα (γιατί δεν υπάρχουν μόνο στα Λεχαινά ιδρύματα).
 

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Από το «κολαστήριο» στον «νεοϊδρυματισμό»;

 
Αποθαρρυντικά είναι τα συμπεράσματα αναφορικά με την αποτίμηση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, των τριήμερων εκδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν από τις 19 ώς τις 21 Ιουνίου στη Λέρο. Εχουν περάσει 25 χρόνια από τη δημοσιοποίηση των εικόνων φρίκης του κολαστήριου της Λέρου, που αποτέλεσε την απαρχή της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας, και το συμπέρασμα είναι απολύτως σαφές: Ο ριζικός μετασχηματισμός του ψυχιατρικού θεσμού επιχειρήθηκε, αλλά έμεινε ανολοκλήρωτος. Ισως τώρα, σ’ αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση, στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα, να χρειάζεται να ξαναεπιχειρηθεί, με στόχο αυτή τη φορά το εγχείρημα να είναι περισσότερο ολοκληρωμένο και πετυχημένο.





1958-1981: Το ζοφερό παρελθόν

Τα οχηματαγωγά πλοία -τα σύγχρονα πλοία των τρελών- μεταφέρουν αρχικά ομάδες των 40-50 ατόμων. Από το 1965 οι μεταφερόμενοι αυξάνονται σε 250-400 άτομα, καθένα εκ των οποίων φέρει ένα διακριτικό νούμερο, το οποίο αντιστοιχεί σε ένα ονοματεπώνυμο. Πολλά από τα νούμερα χάνονται κατά τη μεταφορά. Ετσι υπάρχουν ασθενείς χωρίς όνομα που δεν μπορούσε να γίνει ταυτοποίηση των στοιχείων τους και λέγονταν «Ανώνυμοι» ή «Αγνώστου».

Κριτήριο για την επιλογή ενός ασθενή, ώστε να μεταφερθεί στην Αποικία της Λέρου, ήταν περισσότερο τα κοινωνικά κι όχι τα ψυχιατρικά ή ιατρικά χαρακτηριστικά του. Βασικό, επίσης, κριτήριο ήταν και η αδιαφορία της οικογένειάς του -για ένα ή δύο χρόνια- που του έδινε τον χαρακτηρισμό του «ανίατου-αζήτητου».

Η «Αποικία» που το 1965 μετονομάστηκε σε Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Λέρου, ξεκίνησε με δύναμη 650 κλινών (το 1958) που βαθμιαία έφτασε τις 2.750 (το 1981). Το 1965 είναι η χρονιά με τις περισσότερες διακομιδές (900), έτος «εκκαθάρισης» των ελληνικών ψυχιατρείων από τα κοινωνικά «αζήτητα» άτομα ή από τα ψυχιατρικά «βαριά περιστατικά».

Οι ασθενείς φτάνουν να διαβιούν στις πλέον ακραίες μορφές ιδρυματικής ζωής μέσα σε στρατώνες, σε τμήματα των 90-180 ατόμων. Στο 11ο περίπτερο ζούσαν 1.100 ασθενείς ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς προσωπικό χώρο και χρόνο. Επικρατούσε παντού φτώχεια: σε προσωπικές σχέσεις, σε προσωπική ταυτότητα, σε προοπτική, σε συναισθήματα και επιθυμίες. Και βία, είτε από φόβο και άγνοια από την πλευρά του προσωπικού είτε από αντίδραση και αντίσταση από την πλευρά των ασθενών.

Περίπου 4.500 άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας και με σοβαρά προβλήματα νοητικής στέρησης μεταφέρθηκαν στη Λέρο από το 1958 έως το 1981. Το 60% του νησιού ζούσε άμεσα (ως εργαζόμενοι μέσα) ή έμμεσα (ως προμηθευτές απ’ έξω) από το ψυχιατρείο. Για πολλά χρόνια υπήρχαν μόνον ένας ή δύο ψυχίατροι, ενώ το νοσηλευτικό προσωπικό είχε αποκλειστικά φυλακτικό ρόλο χωρίς καμία εκπαίδευση ή ειδίκευση. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν όλοι μαζί να βουλιάζουν καθημερινά στο χωνευτήρι του ασύλου και να εντείνεται ο ιδρυματισμός τόσο των εργαζομένων όσο και των εγκλείστων.

2015: Ο μύθος του Σίσυφου

«Γυρνάω στη Λέρο τού σήμερα όπου τα πάντα είναι σιωπηρά και «ομαλοποιημένα»». Και αυτό που μένει τελικά είναι η συντήρηση και ο καινούργιος ιδρυματισμός που μπαίνει στον χώρο του ψυχιατρείου και στις καινούργιες δομές. Τώρα αυτό που έχει απομείνει είναι ένα «υπόλοιπο»», λέει ο Γιάννης Λουκάς, διευθυντής ψυχίατρος του Κ.Θ-Κ.Υ Λέρου, το οποίο κλείνει για τα νέα περιστατικά, λόγω υποχρηματοδότησης-υποστελέχωσης, αφήνοντας τα Δωδεκάνησα ακάλυπτα. Ο ίδιος μαζί με τον Κώστα Μπαϊρακτάρη, καθηγητή Ψυχιατρικής ΑΠΘ, και τον Θόδωρο Μεγαλοοικονόμου, διευθυντή ψυχίατρο ΨΝΑ Δαφνί -μέλη της ομάδας της Λέρου, των πρωτεργατών του κινήματος-, μίλησαν στην «Εφ.Συν.» από τη Λέρο για μια μεταρρύθμιση σε τέλμα.

Οταν δεν αναγνωρίζεται η κοινωνική διάσταση της ψυχικής ασθένειας, δεν μπορεί να υπάρξει μια κοινωνική διάσταση της περίθαλψης. Αυτό έχει αποτέλεσμα τις απαράδεκτες παροχές φροντίδας, τους εγκλεισμούς, τους αποκλεισμούς κ.λπ., αντί για την αποκατάσταση, με τη δυνατότητα εξάσκησης όλων των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, επισημαίνουν. Το αποτέλεσμα είναι -εξηγεί ο Γ. Λουκάς- «νέοι άνθρωποι να βρίσκονται ξανά στο ψυχιατρείο, για μια καινούργια διαδρομή σε ένα ιδρυματικό περιβάλλον, που το τέλος της δεν θα διαφέρει από τις χιλιάδες διαδρομές χρόνιων ασθενών, που προσπαθήσαμε να σβήσουμε σε μια σισύφεια προσπάθεια τα τελευταία χρόνια. Και δεν είναι δυνατό σήμερα, με ό,τι έχει προηγηθεί, η απάντηση να είναι ξανά η Λέρος».

Η ψυχιατρική κοινότητα, σημειώνει ο Θ. Μεγαλοοικονόμου, «λειτουργεί ως εάν η “Λέρος” (το προϊόν του ψυχιατρικού της παραδείγματος, δηλαδή) να μην υπήρξε ποτέ, ή, ως εάν να είναι μια μακρινή ανάμνηση, θαμμένη κάπου παλιά στην Ιστορία». Και συνεχίζει χωρίς κανένα φραγμό, ως αυτονόητες, τις ίδιες πρακτικές που οδήγησαν στη δημιουργία της Αποικίας Ψυχασθενών Λέρου, «παράγοντας διαρκώς αντίστοιχες καταστάσεις, που σήμερα έχουν απλώς άλλη μορφή: το όργιο των μηχανικών καθηλώσεων και των προκαλούμενων θανάτων από αυτές, των βίαιων εξιτηρίων, την εγκατάλειψη των ασθενών χωρίς καμιά φροντίδα (συχνά στους δρόμους) και των οικογενειών χωρίς καμιά στήριξη, τον μονόδρομο του ψυχοφάρμακου, την απόρριψη του λόγου, της υποκειμενικότητας και των δικαιωμάτων του ψυχικά πάσχοντος κ.ο.κ.».

Βολεύει πολλούς -επισημαίνουν οι συνομιλητές μας- να συνδέουν και να ταυτίζουν τη Λέρο με τις φωτογραφίες από το ψυχιατρείο της εποχής, που υπάρχουν και εντυπωσιάζουν ή τρομάζουν, και όχι με αυτό που οι φωτογραφίες απεικόνιζαν πραγματικά: «Οχι ένας τόπος, αλλά ένας τρόπος», ένας τρόπος λειτουργίας της κυρίαρχης ψυχιατρικής που επιβλήθηκε και εφαρμόστηκε σε έναν τόπο. Και, προπαντός, μη αναφερόμενοι ποτέ στο πώς όλο αυτό έγινε δυνατό ν’ αλλάξει.

Η αλλαγή


Στη Λέρο έγινε ριζικός μετασχηματισμός και αποδόμηση μιας σειράς θέσφατων και κατασκευών της κυρίαρχης ψυχιατρικής. Με τόσους διαφορετικούς ανθρώπους επιτεύχθηκε και η παραδοχή του αντιθεραπευτικού ρόλου των ασύλων. «Η Λέρος μάς βοήθησε να καταλάβουμε ότι μέσα από μια συνολική θεώρηση της ανθρώπινης ύπαρξης υπάρχει προοπτική και είναι δυνατή μια θεραπευτική προσέγγιση που δεν θα συρρικνώνεται στην κατασκευή μιας νοσολογικής οντότητας και δεν θα απαιτεί να εξαντλείται σε κώδικες, πρωτόκολλα, συμπτώματα και διαγνώσεις.

«Αν θέλει η ψυχιατρική πράξη να είναι θεραπευτική, θα πρέπει να επανακτήσει την ικανότητα της απευθείας συνάντησής της με την ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή, και να εστιάσει στις άπειρες δυνατότητες που δημιουργούνται μέσα από τη “συνάντηση” δύο προσώπων, δύο ιστοριών, δύο ανθρώπων», τονίζει ο Γ. Λουκάς.

Η τριήμερη συνάντηση στη Λέρο δεν είναι και δεν πρέπει κατ’ ουδένα τρόπο να εκληφθεί ως απλώς μια συνάντηση μνήμης. Σε αυτό συμφώνησαν όλοι όσοι επέστρεψαν στη Λέρο, το περασμένο τριήμερο. Είναι μια ευκαιρία να έλθει ξανά στο προσκήνιο η εμπειρία και να εμπνεύσει για το μέλλον. Διότι η ψυχιατρική μεταρρύθμιση εγκαταλείφθηκε. Εχουμε επιστρέψει στον νεοϊδρυματισμό, όπως λέει ο Γ. Λουκάς, «αφού δεν έχουμε την ετοιμότητα να απαντήσουμε στις ανάγκες του ανθρώπου μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο και η μόνη πρόταση είναι το ψυχιατρείο». Και «τώρα απαιτείται πάλι σισύφεια προσπάθεια για την αποϊδρυματοποίησή μας».

Οι «μπαρουτοκαπνισμένοι» στο περιθώριο


Οι άνθρωποι του κινήματος της Λέρου συνέχισαν να εφαρμόζουν, όπου εργάστηκαν μετά τη Λέρο, την αποδόμηση, στην πράξη, του εγκλεισμού, κατ’ αρχάς στις πιο ορατές και περιοριστικές μορφές του, όπως είναι οι κλειδωμένες πόρτες και οι μηχανικές καθηλώσεις και απομονώσεις, σηματοδοτώντας διαχρονικά οιονεί ορατές παραφωνίες και συνεχίζοντας να λαμβάνουν και τις ανάλογες απαντήσεις και στάσεις από όλες τις βαθμίδες των κατεστημένων εξουσιών εντός του ψυχιατρείου. Κι είναι εντυπωσιακό πως διαχρονικά ουδέποτε ζητήθηκε η εμπειρία των ανθρώπων αυτών από τις πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Υγείας για χάρη της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Αντ’ αυτών των «μπαρουτοκαπνισμένων», όπως τους αποκαλεί ο Γιάννης Λουκάς, γιατρών που έχουν δουλέψει χρόνια μέσα στο ψυχιατρείο, προτιμούνται άνθρωποι αξιόλογοι θεωρητικοί, που δεν λέρωσαν ποτέ όμως τα χέρια τους...

Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών


Διαβάστε:



Βίντεο και φωτογραφίες από το ίδρυμα της Λέρου:


 

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Η πραγματικότητα και η ουτοπία του νόμου 180, χθες, σήμερα, αύριο. Συνέντευξη με την ψυχίατρο Assunta Signorelli

 
http://www.deistituzionalizzazione-trieste.it/
Η Assunta Signorelli, ψυχίατρος και φεμινίστρια, το 1971 ακολουθεί τον Franco Basaglia από την Parma στην Trieste και ζει σε πρώτο πρόσωπο τις περιπέτειες και τις διαδρομές που οδήγησαν στο κλείσιμο του ψυχιατρικού ασύλου και, στη συνέχεια, στο νόμο 180.

Δημοσιεύθηκε στο http://180gradi.org/2015/05/19/813/., 
μετάφραση από τα ιταλικά: Νίκος Γκιωνάκης

Ποια ήταν η πραγματικότητα και ποια η ουτοπία εκείνης της εποχής;

Η πραγματικότητα εκείνης της εποχής ήταν ενός κόσμου που αναρωτιόταν για το νόημα της ίδιας του της ύπαρξης και έθετε σε επερώτηση όλους τους θεσμούς, από το σχολείο, την υγεία, τις φυλακές, μέχρι και τον στρατό, τη δικαιοσύνη. Γεννιόντουσαν τότε κινήματα που έθεταν ως στόχο τους, όχι την καταστροφή αλλά την αλλαγή των θεσμών, για να τους καταστήσουν θεσμούς ‘στην υπηρεσία’ των προσώπων.

Όταν έφτασα στην Trieste είχα μια μεγάλη ουτοπία στο νου καθώς επίσης την επιθυμία να μπορέσω να μεταφράσω σε πρακτική δράση όσα ήταν τότε οι αρχές, που σήμερα όπως και τότε, μας φαίνονταν θεμελιώδεις. Αναφέρομαι στη δυνατότητα μετασχηματισμού των θεσμών σε αυτό που εκ της αποστολής τους έπρεπε να είναι: μια υπηρεσία στους πολίτες.

Οι θεσμοί καθ’ εαυτοί δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, είναι ένας τρόπος που η κοινωνία, τα πρόσωπα εκχωρούν με βάση την αμοιβαιότητα για να μπορούν να ζήσουν με σεβασμό ο ένας προς τον άλλο. Ακόμη και τα ψυχιατρικά άσυλα, παραδόξως, γεννιούνται με καλές προθέσεις: με την ιδέα να θεραπεύσουν. Αυτό που διαφοροποίησε έντονα την επερώτηση του ψυχιατρικού ασύλου ως ολοπαγούς ιδρύματος από τα άλλα κινήματα ήταν η αυθεντική ιδέα του Franco Basaglia να συνδέσει την ουτοπία του αγώνα ενάντια στους θεσμούς εξουσίας με μια μεταρρυθμιστική πρακτική «μέσα στα πράγματα». Πιστεύω ότι χρειάζεται μια ριζοσπαστικότητα στο επίπεδο της σκέψης και ένας μετασχηματισμός της πρακτικής.

Πώς έγινε πράξη αυτή η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση;

Με μια άλλη μεγάλη αυθεντική ιδέα του Franco, που ήταν να μπει η ζωή, η κανονικότητά της, στο ψυχιατρικό άσυλο: στη ζωή είναι κανονικό να συναντιούνται οι άντρες και οι γυναίκες (και κατά συνέπεια το τέλος του διαχωρισμού βάσει φύλου), είναι κανονικό να μπαίνεις και να βγαίνεις (εξ ου το άνοιγμα των τμημάτων), στη ζωή είναι κανονικό να θυμώνεις, να νιώθεις άσχημα (και από εδώ η φροντίδα). Και πάνω απ’ όλα ήταν θεμελιώδους σημασίας η αναγνώριση των αστικών δικαιωμάτων. Ήταν το πρώτο βήμα. Να ξαναφτιάξεις τις ιστορίες αυτών των προσώπων, όχι για να γράψεις βιβλία όπως κάνουν συχνά οι ψυχίατροι αλλά έχοντας στόχο την ανάκτηση των αστικών δικαιωμάτων. Για να έχουν ένα δελτίο ταυτότητας, ώστε όποιος έχει δικαίωμα σύνταξης να μπορεί να την λαμβάνει. Οι εμπειρίες των ανοικτών κοινοτήτων που είχαμε δει στην Gorizia ή στην Αγγλία ήταν πάντως επίπλαστες σε σύγκριση με την κανονική ζωή. Με αυτό το πέρασμα, αντίθετα, πιστεύω ότι ξεκίνησαν όλα. Και από αυτό γεννήθηκε η αναγκαιότητα να φέρουμε τις υπηρεσίες στην κοινότητα, εκεί όπου γεννιέται η διαταραχή. Έτσι γεννήθηκαν τα πρώτα Κέντρα ψυχικής υγείας, μέσα από μια μεγάλη πολιτική και διοικητική δουλειά.

Παράλληλα με αυτό υπάρχει μια ιστορία, των γυναικών, που δεν κατορθώνουν ποτέ να είναι στην εξουσία, να επηρεάσουν τα πράγματα παρά μόνο εν κρυπτώ. Μια συζήτηση, για τις γυναίκες, που προέκυψε στο ψυχιατρείο ήδη με το θέμα των προφυλακτικών που ήταν απαγορευμένα. Ήταν όμως μια συζήτηση παρεμβαλλόταν ανάμεσα σε όλους τους άλλους, σαν ένα υπόγειο ποτάμι: οι γυναίκες ήταν εκείνες που βίωναν διπλή καταπίεση εντός του ψυχιατρείου. Ήταν επίσης εκείνες χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε καταστεί δυνατή η χάραξη μιας διαδρομής μετά την ενεργοποίηση των «5 Α» που αποτελούν χαρακτηριστικό κυρίως των γυναικών: accoglienza (υποδοχή), ascolto (ακρόαση), accudimento (φροντίδα), abitat (κατοικία) και autonomia (αυτονομία). Η αυτονομία ιδίως πρέπει να αποτελεί τον τελικό σκοπό των υπηρεσιών φροντίδας, που πρέπει να είναι ένα δεκανίκι, χωρίς όμως να ιδιοποιούνται τη ζωή αυτών των ανθρώπων.

Τι έχει μείνει σήμερα από εκείνη την ουτοπία;

Πιστεύω ότι πολλά από τα στοιχεία που διεκδικούσαμε τότε ισχύουν ακόμη σήμερα: το εγγυημένο εισόδημα, η εργασία ως δικαίωμα και όχι ως καταπίεση, η μη εμπορευματοποιημένη εκπαίδευση και πολιτισμός, το δικαίωμα στη σεξουαλικότητα. Θεωρώ ότι όλα αυτά είναι θέματα πολύ επίκαιρα και ότι θα πρέπει να δοκιμάσουμε να ανατρέξουμε σε εκείνη την πορεία έχοντάς την ως οδηγό, κατανοώντας ότι η κοινωνική εργασία είναι πολιτική δουλειά και ως τέτοια πρέπει να αναζητά διαρκώς μια αναφορά στην πολιτική, στα πιο διαφορετικά κόμματα, για να μπορεί να τυγχάνει αναγνώρισης σε πολιτικό, νομοθετικό και θεσμικό επίπεδο.

Και ποια είναι, αντίθετα, η πραγματικότητα;


Σήμερα, όπως τότε, το ζήτημα είναι πάντα αυτό της εξουσίας. Ο Basaglia έρχεται επηρεασμένος από τον Foucault και η κριτική στην εξουσία των θεσμών από εκεί προέρχεται. Σήμερα παρατηρώ μια πλήρη αποσύνδεση ανάμεσα στη σκέψη και την πρακτική. Αν αυτό που γίνεται είναι να υφίστανται εγκλεισμό «για λόγους προστασίας» οι άνθρωποι, αν πολλαπλασιάζονται οι δομές διαμονής αντί των κοινοτικών υπηρεσιών, αν την εξουσία εξακολουθούν να την κατέχουν οι ίδιοι, τότε κάτι δεν πάει καλά. Πιστεύω ότι και η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα μέσω της ανάθεσης έργων στους κοινωνικούς συνεταιρισμούς υπήρξε ένα μεγάλο λάθος γιατί σήμερα βρισκόμαστε σε μια συνθήκη στην οποία οι συνεταιρισμοί λειτουργούν σε καθεστώς εκβιασμού. Θα έπρεπε αντίθετα να κατορθώσουμε να σταθούμε στη σύγκρουση, να κατανοήσουμε ότι όλες οι πραγματικότητες έχουν θετικά και αρνητικά και ότι ακόμη και οι καλύτερες θα χρειαστεί να μετασχηματιστούν. Σήμερα βλέπω ένα κλείσιμο της ψυχιατρικής, ειδικά της αριστεράς, σε ένα είδος αυταρέσκειας. Χάθηκε η συλλογική και συγκρουσιακή διάσταση. Όμως, αν δεν υπάρχει σύγκρουση και αντιπαράθεση, δεν πάμε μπροστά.

Θα ήθελα κάποιος να θέσει σε επερώτηση ακόμη και τις δικές μας ιδεολογίες, που, όπως έλεγε ο Σαρτρ, είναι ελευθερία όταν κατασκευάζονται, καταπίεση όταν έχουν κατασκευαστεί. Να τις έθετε σε επερώτηση από τη μεριά των αδύναμων υποκειμένων, υπερνικώντας το φόβο της σύγκρουσης, αφού πιστεύω πως το ότι δεν συμφωνούσαμε επέτρεψε στην Trieste να υπάρχει: ήμασταν όλοι τόσο διαφορετικοί και ακριβώς μέσα από τη σύνθεση των διαφορετικών δυνατοτήτων, στάσεων και πρακτικών κατέστη δυνατό το κλείσιμο του ψυχιατρείου.

Το ψυχιατρικό άσυλο έχει όμως κλείσει;


Πιστεύω ότι σβήσαμε το παρελθόν και αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο λάθος: αν δεν μάθουμε να διατρέχουμε τη διαδρομή που έχουμε διανύσει, όχι για να την ξανακάνουμε αλλά για να διαβάσουμε τους σημαντικούς της σταθμούς και να κατανοήσουμε, δεν μπορούμε να πάμε μπροστά.

Σήμερα το άσυλο ξαναπροτείνεται με διαφορετικό ένδυμα: τα Κέντρα Ταυτοποίησης και Απέλασης (Centri di Identificazione ed Espulsione για τους μετανάστες) είναι ψυχιατρικά άσυλα, για παράδειγμα, υπό την έννοια ότι πρόκειται για ολοπαγή ιδρύματα. Τα άσυλα εξακολουθούν να υφίστανται στις φυλακές, στα δικαστικά ψυχιατρικά νοσοκομεία, σε όλους εκείνους τους θεσμούς που δεν είναι προσβάσιμοι από έξω. Ακόμη και αυτός ο ίδιος ο νόμος για τα δικαστικά ψυχιατρικά νοσοκομεία είναι ένα σημάδι, κατ΄εμέ. Φοβάμαι ότι οι δομές που σύμφωνα με το νόμο θα υποκαθιστούν τα δικαστικά ψυχιατρικά νοσοκομεία σε πέντε χρόνια θα έχουν καταντήσει μικρά άσυλα χρονίων.

Έχουμε τη δυνατότητα και το καθήκον να κοιτάμε στο παρελθόν για να διατρέξουμε ξανά τους βασικούς κόμβους και να αλλάξουμε το παρόν. Εμείς που είμαστε οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν έχουμε ίσως τη διαύγεια για να τους διαβάσουμε, το πολύ – πολύ θα μπορούσαμε να αναφέρουμε μια άποψη. Δεν είμαι κολλημένη στο παρελθόν, πιστεύω όμως ότι πρέπει να κατανοηθούν όλα όσα συνέβησαν και θα ήταν καλό να είχαμε μια συζήτηση με τους μάρτυρες, ενθυμούμενοι ότι είμαστε μάρτυρες και όχι θεματοφύλακες μιας Αλήθειας που δεν υπάρχει. Με λίγα λόγια, χωρίς να θεωρούμε τους εαυτούς μας αυθεντίες που δεν χωρούν αμφισβήτηση.
  
 

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Σχετικά με το τραγικό συμβάν στο ΨΝΑ Δαφνί

 
Ανακοίνωση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ ΣΤΟ ΔΑΦΝΙ

Χωρίς να πάρει την δημοσιότητα (συνήθως κατασκευασμένη γιατί «πουλάει») που παίρνουν άλλα αντίστοιχα, ή πολύ μικρότερης σημασίας συμβάντα, πέρασε το τραγικό συμβάν του θανάτου που προκάλεσε, την περασμένη Κυριακή, 17 Μαΐου, νοσηλευόμενος σε τμήμα εισαγωγών του ΨΝΑ (Δαφνί) σε άλλον νοσηλευόμενο στον ίδιο θάλαμο με αυτόν. Κι΄ όμως, το συμβάν αυτό ήταν τουλάχιστον αντίστοιχης σοβαρότητας (αν όχι πιο σοβαρό), πχ, με αυτό που υπερπροβλήθηκε και έγινε γνωστό ως υπόθεση της «μικρής Άννυ». Αλλά, προφανώς, δεν υπήρχε, εν προκειμένω, το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή του θεάματος που θα έτρεφε τον ρατσισμό και τον κοινωνικό κανιβαλισμό : επρόκειτο για «δυο τρελούς», «μέσα στο ψυχιατρείο» (αυτό το «μέσα» έχει τη σημασία του, δεν ήταν έξω, «δίπλα μας»), που ο ένας σκότωσε τον άλλο. Και μάλιστα, όπως τονιζόταν, και οι δυο «βαρέως πάσχοντες», έτσι ώστε να μειώνεται το αξιακό βάρος της απώλειας.

Κι΄ όμως, το συμβάν αυτό δεν πρέπει να περάσει και να ξεχαστεί μέσα από την ένθεν κακείθεν συμφωνία για την ταχεία, διεκπεραιωτικού χαρακτήρα διερεύνησή του και την ένοχη σιωπή γύρω από τους πραγματικούς λόγους που το έκαναν δυνατό να συμβεί.

Ήταν και οι δυο μηχανικά καθηλωμένοι, το θύμα 8 μέρες συνεχώς από την ημέρα της εισαγωγής του, ενώ ο «θύτης», με συνεχείς, διαδοχικές καθηλώσεις από 6μήνου και δεμένος από το ένα χέρι εκείνη τη μέρα, είχε καταφέρει να λυθεί και να εκτονώσει την συσσωρευμένη απελπισία και οργή του με τον πιο τυφλό τρόπο πάνω σ΄ έναν ανυπεράσπιστο συν-νοσηλευόμενο – ο οποίος, πιθανόν, αν δεν ήταν δεμένος, θα μπορούσε να αμυνθεί. Άλλωστε το φονικό αναφέρεται ότι έγινε με ένα κουτάλι, ενώ υπήρχαν και άλλοι, μη καθηλωμένοι νοσηλευόμενοι στον ίδιο θάλαμο.

Είναι σίγουρο, ότι, όπως πάντα συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν θα μάθουμε ποτέ την πλήρη αλήθεια (την ιστορία του προσώπου, τις εμπειρίες, την φωνή που εξέπεμπε, το πόσο και πώς αυτή ακούστηκε, ή αγνοήθηκε και απλώς ήταν αντικείμενο ελέγχου και εξάλειψης, τις απαντήσεις που διαδοχικά είχε πάρει, ή δεν είχε πάρει) παρά μόνο το βολικό και απαλλακτικό των πάντων στρογγύλεμα των γεγονότων που ως συνήθως αφηγούνται άμεσα εμπλεκόμενοι και θεσμικές εξουσίες : ο, όπως πάντα, «επικίνδυνος» και «δύσκολος» ασθενής, για τον οποίο, και πάλι όπως πάντα, δεν υπήρχε άλλη προσέγγιση από τον μονόδρομο του ψυχοφάρμακου και το δέσιμο και που, καθώς δεν τον «έπιαναν» τα φάρμακα (το σύνηθες αδιέξοδο του κάθε μονόδρομου), είχε ζητηθεί, όπως πάντα, να μεταφερθεί αλλού, σε άλλη δομή.

Η απάντηση στο αίτημα της αποπομπής για «όπου αλλού», ήταν, από πλευράς του «πραγματογνώμονα» του ακόμα παραμένοντος Διοικητή του ΨΝΑ Π. Θεοδωράκη (του γνωστού «παιδιού του Αδωνι» και εντεταλμένου νεοφιλελεύθερου, μνημονιακού κατεδαφιστή του ψυχιατρείου), μια «ειδική δομή»: εννοώντας άραγε, με αυτή την γνωστή ορολογία της απόρριψης των ιδιαίτερων αναγκών του πάσχοντος υποκειμένου, μιαν απομόνωση (λευκό κελί), ή το δικαστικό ψυχιατρείο/φυλακή, που ήταν προεκλογικά στα σκαριά, αλλά δεν έπαψε ποτέ να επιδιώκεται από την ψυχιατρική κοινότητα;

Οι καταγγελίες από την μεριά των θεσμικών συνδικαλιστών είναι, όπως πάντα, αμυντικού χαρακτήρα και επικεντρώνουν στο αναντίρρητο γεγονός της αποψίλωσης του νοσοκομείου από προσωπικό και στην κάτω των ορίων ασφαλείας λειτουργία του.

Ωστόσο, η επείγουσα ανάγκη για μαζικές προσλήψεις προσωπικού όλων των ειδικοτήτων στο ΨΝΑ και σε όλη την Ψυχική Υγεία δεν θα έλυνε, καθεαυτή, το ζήτημα της δομικής βαρβαρότητας του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, εντός ή εκτός του ψυχιατρείου (καθώς η κατάσταση είναι απολύτως όμοια, κατασταλτική και αντιθεραπευτική, και στα γενικά νοσοκομεία), που προϋπήρχε της κρίσης, με την ανέκαθεν παροιμιώδη φτώχεια των θεραπευτικών επιλογών του, με την απλοποιητική του προσέγγιση απέναντι στην πολυπλοκότητα της ψυχικής οδύνης, την αδυναμία του να την ‘διαβάσει’ ως κάτι πέρα από συμπτώματα και αφηρημένες διαγνωστικές κατηγορίες, ως βιώματα του υποκειμένου που μπορούν και πρέπει να τύχουν μια ριζικά διαφορετικής ανάγνωσης, κατανόησης και απάντησης, όχι μέσα από τον έλεγχο συμπτωμάτων, αλλά μέσα από την ανάπτυξη σφαιρικών, πολύπλοκων θεραπευτικών προγραμμάτων, πρακτικών και υπηρεσιών, που ν΄ ανταποκρίνονται στην πολυπλοκότητα του «αντικειμένου» τους, που είναι το πάσχων υποκείμενο, υποκείμενο οδύνης, αλλά και δικαιωμάτων. Σε αυτό άλλωστε θα συνίστατο η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» αν, έστω και κατ΄ ελάχιστον, είχε ποτέ υπάρξει.

Η εγγενής βία του κυρίαρχου ψυχιατρικού θεσμού, το αυτονόητο των μηχανικών καθηλώσεων, οι κλειδωμένες πόρτες, ο μονόδρομος του ψυχοφάρμακου κοκ, έγκειται ακριβώς σε αυτή την απλοποιητική απάντηση στην πολυπλοκότητα του ψυχικού πόνου. Η κατασκευή του «επικίνδυνου ψυχασθενή» είναι προϊόν αυτής ακριβώς της απλοποητικής κατασταλτικής προσέγγισης, με τη αναγωγή των όρων, που συνιστούν μιαν «επικίνδυνη κατάσταση», στο άτομο, στις ιδιότητές του, στην αρρώστια του κλπ. Πράγμα που αποτελεί την δικαιολογία για περαιτέρω καταστολή αυτού που το ίδιο το σύστημα δημιούργησε, όντας ανίκανο να κατανοήσει και ν΄ αντιμετωπίσει το πρόβλημα διαφορετικά, καταλήγοντας, έτσι, στο αίτημα για περαιτέρω εξοβελισμό της «δυσκολίας» σε «ειδικές δομές».

Αυτές, από τη στιγμή που θα γίνουν, θα είναι «ανοικτές» για τον εγκλεισμό όλων όσων θα οριστούν, και με ποια κριτήρια, ως «δύσκολοι», «επικίνδυνοι», που δεν τους «πιάνουν» τα φάρμακα, ως «βαρέως πάσχοντες», ως «επικίνδυνοι», χωρίς καν να έχουν ακόμα διαπράξει κάτι, αλλά ωθώντας τους διαρκώς σε υπαρξιακούς και ιδρυματικούς όρους να διαπράξουν. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη μονάδα «υψίστης ασφαλείας», πριν από τις φυλακές, δοκιμάστηκε και λειτουργεί εδώ και χρόνια στο Δαφνί, για τον ασθενή Δ, σε ένα δωμάτιο απομόνωσης, όπου τον  επιτηρούν από μια οπή στον τοίχο, χωρίς να έρχεται σε επαφή με κανέναν και χωρίς κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο.

Το ζήτημα, εν προκειμένω, δεν είναι η άρνηση ότι υπάρχουν «δύσκολες περιπτώσεις», αλλά το πώς αυτές κατανοούνται, πώς «κατασκευάζονται» και ποιες είναι οι εναλλακτικές προσεγγίσεις και απαντήσεις. Πίσω από τις δράσεις, τις πράξεις, τις ενέργειες των υποκειμένων με τα όποια  προβλήματα ψυχικής υγείας και υπό καθεστώς εγκλεισμού, είναι (πέραν των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και ως εντολοδόχος αυτών) ένα ολόκληρο σύστημα, ο τρόπος λειτουργίας του ψυχιατρικού θεσμού, που οριοθετεί, επιβάλλει, ελέγχει, στερεί, ματαιώνει, ρυθμίζει τον χώρο, τον χρόνο και τις ανάγκες των εγκλείστων, τροφοδοτώντας, ή και παράγοντας (με άνωθεν συμπεριφορές, στάσεις, πρακτικές) εκρήξεις, ξεσπάσματα, βία απέναντι στην βία που κάποιος βιώνει, υφίσταται, κλπ. Το έγκλημα είναι ο θεσμός, όχι ο ασθενής εντός αυτού και υπό την «καταπιεστική προστασία» του.

Είναι αυτή η πάγια κουλτούρα και πρακτική της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας που έρχεται να συναντηθεί με τις διαλυτικές επιπτώσεις των διαδοχικών μνημονίων και της απεξάρθρωσης των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και του Κράτους Πρόνοιας. Οι συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί, εγκυμονούν τραγικά συμβάντα, όπως αυτό της περασμένης Κυριακής, συμβάντα κραυγαλέα, που θα γίνονται «ακουστά» εκτός των τειχών. Συμβάντα που, αν πραγματικά «ακουστούν», μιλούν, ακόμα και γι΄ αυτούς που «δεν ξέρουν», για την καθημερινή τραγωδία που επιτελείται στο εσωτερικό των μονάδων ψυχικής υγείας, για τα συμβάντα που «δεν ακούγονται», με την απάλειψη και των τελευταίων ιχνών θεραπευτικότητας και το βούλιαγμα της λειτουργίας των μονάδων σε έναν αργό, καθημερινό θάνατο - με τους ασθενείς ανάμεσα στο γρήγορο εξιτήριο και στην απλή εναπόθεση εντός και το προσωπικό σε μιαν αμετάστρεπτη εξάντληση, που το ωθεί, όλο και πιο πολύ, σε μιαν απλώς διεκπεραιωτική λειτουργία και στην απέναντι, από τους ασθενείς, όχθη.

Γι΄ αυτό ηχεί ως ασεβής διακωμώδηση της σοβαρότητας της κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει η Ψυχική Υγεία, το φραστικό συμπλήρωμα της υπουργικής ανακοίνωσης στο πόρισμα Θεοδωράκη, το οποίο αποδέχεται ασυζητητί, προσθέτοντας ‘λέξεις’ για «επανασχεδιασμό της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», «πρωτοβάθμια φροντίδα και πρόληψη που θα συμβάλλουν στην αποτροπή τέτοιων περιστατικών» (!!!), «κατευθυντήριες οδηγίες για τον τρόπο περίθαλψης» στα τμήματα εισαγωγών (προς Θεού, πριν το κάνετε, πείτε μας από πού θα πάρετε τις σοφές συμβουλές, από ποια ψυχιατρική τρόικα).

Αλλά δεν έμειναν στην ανακοίνωση αυτή. Ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Α. Ξανθός έσπευσε να υιοθετήσει και να κάνει πλήρως αποδεκτή την πρόταση από τους ψυχιάτρους του πολιτικού του χώρου για την προώθηση της κατασταλτικής και τιμωρητικής πρακτικής των απομονώσεων και των «ειδικών δομών» για τα «δύσκολα περιστατικά» (βλ. δηλώσεις του στο Capital). Πόσο «αριστερή» είναι, και στην Ψυχική Υγεία, μια κυβέρνηση που, ελαφρά τη καρδία, διακηρύσσει την προώθηση δομών για περιστατικά «διαβαθμισμένης» «βαρύτητας» και «επικινδυνότητας»; Αυτή είναι η «μεταρρύθμιση» του Σύριζα; Τα «λευκά κελιά» και τα κλειδωμένα τμήματα για «βαριά περιστατικά» εντός των τμημάτων εισαγωγών (ή και εκτός, δεν έχει σημασία) που έχουν προταθεί εδώ και πολύ καιρό από τις πιο συντηρητικές συνιστώσες της ψυχιατρικής κοινότητας; Και εδώ, λοιπόν, μια «αριστερά» που, πιο δεξιά δεν γίνεται….

Κι όλα αυτά ύστερα από σχεδόν τέσσερις μήνες της νέας κυβέρνησης, που το Υπουργείο δεν είχε πει κουβέντα για την Ψυχική Υγεία, έχοντάς την πλήρως εγκαταλειμμένη και τώρα, με αφορμή το τραγικό συμβάν στο ΨΝΑ, να βγαίνει και να δηλώνει προθέσεις για μια πολιτική προς την πιο αντιδραστική κατεύθυνση.

Είναι επείγουσα ανάγκη να υπάρξει αντίδραση, κινητοποίηση και διεκδίκηση από όλους τους εμπλεκόμενους στην Ψυχική Υγεία, άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, οικογένειες, λειτουργούς/εργαζόμενους, κινήματα.

Η διεκδίκηση άμεσων απαντήσεων στην διάλυση της ψυχικής υγείας δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποσυνδεθεί από την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυρίαρχης ψυχιατρικής, της κουλτούρας της και των πρακτικών της.

21/5/2015



Διαβάστε τα παρακάτω σχετικά άρθρα:


 

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Στιγμιότυπα από μια οικογενειακή μαρτυρία 2006-2014


Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα της ΚΙΝ.Α.Ψ.Υ.

Η ομιλία μέλους της ΚΙΝΑΨΥ με τίτλο "Μια πραγματική αφήγηση - Στιγμιότυπα από μια οικογενειακή μαρτυρία 2006-2014" που παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο 2: "Τι πραγματικά σημαίνει να ζω με μια ψυχική πάθηση στην Ελλάδα το 2014" την Πέμπτη 9/10/2014, στο πλαίσιο του Συνεδρίου "Ζώντας με τη Σχιζοφρένεια" (wfmh2014.gr).

Σκηνή 1η: Η αδελφή μου δεν είναι καλά

«Με παρακολουθούν από την τηλεόραση», «με κοιτάνε περίεργα στο δρόμο», «τα σκυλιά και τα πουλιά μου μεταφέρουν μηνύματα», «έχω μια αποστολή». Πηγαίνω ιδιωτικά σε ψυχίατρο που εργάζεται σε δημόσιο νοσοκομείο και συζητάω τα «συμπτώματα» της αδελφής μου, με συμβουλεύει να τη φέρω να τη δει. Η αδελφή μου δεν δέχεται, ο χρόνος περνά και η ψύχωση δουλεύει μέσα της. Ζητάω από το γιατρό να έρθει από το σπίτι, αυτή τη φορά δεν δέχεται εκείνος, θεωρεί επιβεβλημένη την εισαγωγή σε δημόσιο νοσοκομείο. Η αδελφή μου κλείνεται στο σπίτι και μας κλειδώνει απέξω.

Σκηνή 2η: Ακούσια νοσηλεία

Επικοινωνώ με το γιατρό και με συμβουλεύει να κινήσουμε τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας. Δεν το έχουμε ξανακάνει. Επικοινωνώ με δύο στενές της φίλες που έρχονται και της μιλούν έξω από την πόρτα. Δεν ανοίγει σε κανέναν. Φοβόμαστε μην κάνει κακό στον εαυτό της. Ευελπίδων, εισαγγελέας. Η μαμά μου βάζει τα κλάματα «λέτε να θέλω να κλείσω το παιδί μου στο νοσοκομείο χωρίς λόγο;» Ο εισαγγελέας μας δίνει το χαρτί. Στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μας ο διοικητής μας λέει ότι δεν έχουν προσωπικό για να γίνει η μεταφορά σε εφημερεύων νοσοκομείο. Η μαμά μου βάζει τα κλάματα. Επιμένουμε, εξηγούμε ότι φοβόμαστε μη βλάψει τον εαυτό της. Ο διοικητής μετά από λίγο υποχωρεί, λέει ότι θα στείλει περιπολικό και μας στέλνει στο σπίτι. Η πόρτα κλειδωμένη και όλα τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Τί κάνει η αδελφή μου; Περιμένουμε στο πεζοδρόμιο. Η μαμά μου συνεχώς κλαίει. Μαζί με την αστυνομία έρχεται και ο κλειδαράς. Ανοίγουμε την πόρτα. Η αδελφή μου δεν αντιδρά στην παρουσία των αστυνομικών και δέχεται να μεταφερθεί, της ετοιμάζουμε ένα σακ βουαγιάζ και κατεβαίνουμε κάτω. Οι γείτονες κοιτούν το περιπολικό. Φεύγουμε. Μας πάνε στο τμήμα. Η αδελφή μου είναι σε παραλήρημα και σε κοινή θέα στο ισόγειο του αστυνομικού τμήματος. Κάποιες ώρες αργότερα, αφού επέστρεψε το περιπολικό από άλλο περιστατικό, μας πάνε στο νοσοκομείο.

Δύο γιατροί βλέπουν την αδελφή μου κι εμάς και παίρνουν το ιστορικό της. Κρίνουν ότι πρέπει να νοσηλευτεί. Μεταφερόμαστε στην πτέρυγα. Είναι ανήσυχη. Της κάνουν ηρεμιστική ένεση. Οι νοσηλευτές είναι καθησυχαστικοί, μας εξηγούν τα ωράρια και τους κανόνες επίσκεψης. Φεύγουμε. Προσπαθώ να καθησυχάσω μια μητέρα-ράκος και να της εξηγήσω ότι έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει για να μην ταλαιπωρείται άλλο το κοριτσάκι μας, αλλά είναι έτσι;

Σκηνή 3η: Η νοσηλεία

Όταν τα αντιψυχωσικά αρχίζουν να ενεργούν, η σκέψη της αδελφής μου αρχίζει να καθαρίζει. Σε ένα από τα επισκεπτήρια δεν μπόρεσα να τη δω. Είχε ανησυχία και την έδεσαν στο κρεβάτι - καθήλωση. Η γιατρός μου είπε να περιμένω. Η νοσηλεύτρια μου εξήγησε ότι είναι καλύτερα να φύγω γιατί θα μείνει πολλές ώρες δεμένη. Έφυγα κλαίγοντας. Όταν η σκέψη της αρχίζει να καθαρίζει μας κατηγορεί επειδή την κλείσαμε στο «τρελάδικο», ενώ εμείς είμαστε που έχουμε το πρόβλημα. Όταν η σκέψη της καθαρίζει ακόμα παραπάνω έρχεται η μεγάλη θλίψη και η ανησυχία: «Έχω κάτι; Τί έχω; Θα βγω από 'δω και πότε;» Έρχονται και τα παράπονα: «Δεν μου κάνουν τίποτα εδώ. Βλέπω σπάνια το γιατρό. Στο δωμάτιο δεν έχω ησυχία. Μία απείλησε να με κάψει. Δεν έχω ησυχία εδώ, όλοι έρχονται και μου λένε το πρόβλημά τους». Μετά από 20 μέρες φεύγουμε από το νοσοκομείο με μια αγωγή, μια γενική διάγνωση και ελάχιστες οδηγίες. Καμία ενημέρωση για τα δικαιώματα της ίδιας ή για δομές στήριξης δεν έγινε ούτε σε μας ούτε σ' εκείνην.

Σκηνή 4η: Η περίθαλψη μετά τη νοσηλεία

Η αδελφή μου μπορεί να παρακολουθείται και να γράφει τα φάρμακά της από τα εξωτερικά ιατρεία που διατηρεί στο κέντρο το εν λόγω δημόσιο νοσοκομείο. Μου λέει: «Έχει ουρά, με κρατάει ο γιατρός 5 με 10 λεπτά και απλώς μου γράφει τα φάρμακα». Δεν υπάρχει πρόβλεψη για ψυχολόγο, για κοινωνικό λειτουργό, για οικογενιακή συμβουλευτική. Πηγαίνει σ' έναν ιδιώτη ψυχίατρο ο οποίος της προτείνει τροποποίηση της αγωγής που παραλίγο να της προκαλέσει κρίση και να την οδηγήσει σε νέα νοσηλεία. Το προλάβαμε. Η αδελφή μου και η μητέρα μου πάσχουν από κατάπτωση και κατάθλιψη, εγώ αρχίζω να βλέπω ιδιωτικά ψυχολόγο για να μπορέσω να ανταπεξέλθω.

Ακολούθησαν κι άλλες εκούσιες και ακούσιες εισαγωγές κι άλλες μεταφορές με περιπολικά, κι άλλες καθηλώσεις, πιο συγκεκριμένες διαγνώσεις, διαφορετικά φάρμακα. Η κατάθλιψη είναι κυρίαρχο συναίσθημα στις υφέσεις των ψυχωσικών επεισοδίων, η αδελφή μου αρχίζει να βλέπει ιδιωτικά ψυχολόγο, αλλά δεν αισθάνεται να τη βοηθάει αρκετά. Σταδιακά εγκαταλείπει οριστικά το επάγγελμά της και βιώνει μια εσωτερική απομόνωση και ματαίωση. Κάποιοι έως τότε στενοί φίλοι εξαφανίζονται από τον ορίζοντα. Είμαστε για ένα διάστημα, η στενή οικογένεια, το μοναδικό καταφύγιό της.

Εκείνη την περίοδο της αφιερώνω αυτό το ποίημα, που έχει απλώς συναισθηματική κι όχι καλλιτεχνική αξία:

Κι όταν δεν κουρνιάζεις στην ασφάλεια της αγκαλιάς της μητέρας σου
Τραβάς την άκρη της κλωστής των προβλημάτων σου
Και στήνεις γαϊτανάκι γύρω απ' το κορμάκι σου
Μέχρι που το τυλίγεις απ' τα πόδια ως την κορφή
Και δεν τ' αφήνεις πια, ούτε να σαλεύει, ούτε ν' ανασαίνει
Μπερδεμένη αραχνούλα παγιδεύεις στον ιστό σου τον εαυτό σου
Κι όταν έρχεσαι σε μένα και στα λέω όλα αυτά
Την αλήθεια αγναντεύεις σαν να είναι καρτ-ποστάλ τόπων που βαθιά ποθείς, μα δε διαβαίνεις.
Τις μικρές αναλαμπές σου, όλες τις μικροχαρές σου, τις μαζεύω όπου κι αν τις παρατάς
Αστεράκια τις κεντάω πάνω στο μουντό ουρανό σου
Θά ρθει ώρα που θα δεις αστροφεγγιά

Σκηνή 5η: Η ελπίδα

Κατά τύχη, η τελευταία ακούσια εισαγωγή γίνεται σ' ένα εξαιρετικό δημόσιο νοσοκομείο. Η αδελφή μου είναι μεν σε κρίση και με το που μπαίνουμε γίνεται καθήλωση, αλλά είμαι μαζί της στο δωμάτιο, μιλάμε, καπνίζει και της κρατάω το τσιγάρο. Μετά από λίγο ζητάει να πάει τουαλέτα και συνεννοείται με τον νοσηλευτή ότι θα είναι ήρεμη και δεν την ξαναδένουν, ποτέ ξανά στις 30 μέρες της νοσηλείας της. Την επομένη μέρα της εισαγωγής μια μεγάλη ομάδα αποτελούμενη από γιατρούς, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και νοσηλευτές βλέπουν εμένα και τη μητέρα μου και συζητούν μαζί μας το περιστατικό, ρωτούν, μαθαίνουν, ρωτάμε, εξηγούν. Στο νοσοκομείο λειτουργεί ομάδα συζήτησης και ψυχοθεραπείας και ομάδα δραστηριοτήτων. Η αδελφή μου νοσηλεύεται σε ένα δωμάτιο μόνη της και είναι ήρεμη. Καταλήγουν σε μια νέα αγωγή και βγαίνει για πρώτη φορά από νοσοκομείο εντελώς καθαρή από ψυχωσικά συμπτώματα. Παραμπέμπουν την αδελφή μου στο Κέντρο Ημέρας που λειτουργεί κοντά στην περιοχή μας και τη μητέρα μου στο Σύλλογο Οικογενειών ατόμων με προβλήματα Ψυχικής Υγείας. Ανασαίνουμε. Νιώσαμε για πρώτη φορά την έννοια και την κάλυψη ενός θεραπευτικού πλαισίου και μιας ουσιαστικής καθοδήγησης, μετά από εφτά χρόνια ταλαιπωρίας.

Τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά;

Η πρώτη ακούσια νοσηλεία θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί αν μια ομάδα αποτελούμενη από γιατρό, ψυχολόγο, νοσηλευτή και κοινωνικό λειτουργό είχε έρθει στο σπίτι, αν κάποιος είχε μείνει μαζί μας τις κρίσιμες μέρες και αφού της έδινε την κατάλληλη αγωγή την έπειθε να ακολουθήσει ένα θεραπευτικό πλαίσιο. Δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας, είναι δημόσιο πρόγραμμα που εφαρμόζεται σε μια περιοχή της Φινλανδίας.

Ακόμη κι αν δεν είχε αποφευχθεί η ακούσια νοσηλεία θα μπορούσε να είχε γίνει από το ΕΚΑΒ και όχι από την αστυνομία, ώστε να μην συνοδεύεται από αισθήματα στιγματισμού, η αδελφή μου είναι ασθενής όχι εγκληματίας.

Οι επόμενες μεταπτώσεις, κρίσεις και νοσηλείες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν η θεραπευτική ομάδα έβρισκε νωρίτερα τη σωστή αγωγή και είχαμε στηριχθεί από την αρχή από ένα ολοκληρωμένο θεραπευτικό πλαίσιο. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε 20 ή 30 μέρες νοσηλείας ή μέσα από ημίωρα εβδομαδιαία ή μηνιαία ραντεβού με τον ψυχίατρο στη συνέχεια. Ο ασθενής που εισάγεται ακουσίως σε μια ψυχιατρική κλινική εξέρχεται θρυμματισμένος, τραυματισμένος και τρομαγμένος. Οι συγγενείς του βιώνουν αντίστοιχα συναισθήματα. Χρειάζεται από την αρχή να τεθεί σε λειτουργία ένα συντονισμένο, πλήρες και εξατομικευμένο θεραπευτικό πλαίσιο ώστε να μην οδηγηθεί ο πάσχων και οι οικείοι του στην απομόνωση, στην υποτροπή και στην εξουθένωση.

Το παρόν και το μέλλον

Η αδελφή μου αυτή τη στιγμή παρακολουθεί δύο Κέντρα Ημέρας, στα οποία βλέπει δωρεάν ψυχίατρο, ψυχολόγο και συμμετέχει σε δραστηριότητες και κοινωνικές εκδηλώσεις. Στο ένα κέντρο έχει δικαίωμα να πηγαίνει για ένα χρόνο, μετά δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Έχει εγκαταλείψει το επάγγελμά της. Το Σεπτέμβριο του 2012 υπέβαλε αίτημα στο ταμείο της για σύνταξη αναπηρίας. Πέρασε από Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας, δύο φορές μετά από ένσταση για έλλειψη στοιχείων στη γνωμάτευση, και θα αρχίσει να λαμβάνει τη σύνταξή της στο τέλος του μήνα, δύο χρόνια μετά την εκκίνηση της διαδικασίας και για τα τρία επόμενα χρόνια, μετά θα πρέπει να ξαναπεράσει από ΚΕΠΑ. Θα ήθελε να δουλέψει με μειωμένο ωράριο ή σε Κοινωνικό Συνεταιρισμό Περιορισμένης Ευθύνης, αλλά οι θέσεις είναι ελάχιστες. Αφήσαμε τα στοιχεία μας στο τμήμα ΑμΕΑ του ΟΑΕΔ και μας πήραν τηλέφωνο! Αλλά δεν είχαν να της προτείνουν τίποτα.

Η μητέρα μου είναι πλέον μέλος του ΣΟΨΥ κι εγώ έγινα πρόσφατα μέλος της Κίνησης Αδελφών ατόμων με προβλήματα Ψυχικής Υγείας και όλες μαζί συμμετέχουμε εδώ κι ένα χρόνο και στην Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία. Η κάθε μία από μας αποφασίσαμε ότι, αν και πλέον εμείς ατομικά και ως οικογένεια έχουμε προσωρινά ισορροπήσει, θέλουμε να παλέψουμε μέσα από συλλογικούς φορείς για τη βελτίωση της κατάστασης της ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, ώστε όπως μπορεί και οφείλει, να είναι ολιστική, να πλαισιώνεται από σωστά οργανωμένες προσβάσιμες σε όλους δημόσιες δομές και να καθορίζεται με την ενεργό συμμετοχή των ασθενών, των οικογενειών και των φροντιστών τους. Είμαστε αντίθετες στις κακές πρακτικές των δημόσιων ψυχιατρικών νοσοκομείων, αλλά είμαστε και κάθετα αντίθετες με το βίαιο κλείσιμο αυτών, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί πρώτα οι απαραίτητες κοινοτικές και τομεοποιημένες δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.



Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Σχόλια για το δελτίο τύπου του Διοικητή του Ψ.Ν.Α. από τον Χ. Βαρουχάκη


Ο κ. Χάρης Βαρουχάκης, ψυχίατρος και πρώην Διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας του Ψ.Ν.Α. (Δαφνί), σχολιάζει το δελτίο τύπου του Διοικητή του Ψ.Ν.Α. της 6ης Οκτωβρίου 2014 σχετικά με τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στο Ψ.Ν.Α. και υπενθυμίζει με απλά λόγια, σε όσους "δεν ξέρουν" ή "δεν θυμούνται", τους στόχους της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης: 


1. Πολλοί δεν ξέρουν -ή καμώνονται πως δεν ξέρουν- ότι η κατάργηση των γιγαντιαίων και αποκρουστικών ασύλων, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των αρρώστων και η μετακίνησή τους από τα άσυλα στην κοινότητα, δεν ήταν ο στόχος της, αλλά μόνο οι απαραίτητες και στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να επιτευχθεί η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση. Δεν ήταν αυτοσκοπός που πρέπει να επιτευχθεί παντί τρόπω, με κάθε μέσο ή με μεθόδους που θυμίζουν «τελικές αλλά ναζί λύσεις». Και πολλοί ξεχνούν ή καμώνονται πως δεν ξέρουν ότι η βελτίωση των συνθηκών της ζωής των αρρώστων στο βαθμό που κερδήθηκε είναι πολύ μικρότερη από αυτή που επέβαλλε η μετά τόσα χρόνια αύξηση του δημόσιου πλούτου της χώρας, η παγκόσμια κατακραυγή και το χρέος τιμής προς τις χιλιάδες των αρρώστων που πέθαναν πολύ πριν από την ώρα τους, βασανιζόμενοι και ψυχικά νεκροί πολύ πριν από το βιολογικό τους θάνατο στα πανάθλια άσυλα που είχαν στηθεί εναντίον τους.

2. Στόχος της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης όπως την οραματίστηκαν οι εμπνευστές της και όσοι πορεύτηκαν σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της δεν είναι απλώς να επιβιώσει ο άρρωστος. Αλλά να επιβιώσει ως άνθρωπος. Δεν είναι να επιβιώσει ως όν που οι μόνες ανάγκες του και τα μόνα του δικαιώματα είναι «Μαμ, κακά και νάνι». Και οι μόνες του υποχρεώσεις να μη πειράζει, να μη ενοχλεί, να μη ταράσσει τη μακάρια και αναίσθητη γαλήνη των άλλων.

3. Σκοπός, πνεύμα, αίμα και σάρκα της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης είναι να ξαναβρεί ο άρρωστος το χαμένο του Πρόσωπο, να ξαναζήσει το θαύμα της ανθρώπινης ύπαρξης της μοναδικής και ανεπανάληπτης που παραμένει η ίδια και ταυτόχρονα διαφορετική στη πορεία του χρόνου.

4. Στο Πρόσωπο του Ανθρώπου επικεντρώνονται οι προσπάθειες. Ένα Πρόσωπο που έχει και άλλες ανάγκες εκτός από τις βασικές για την επιβίωση του. Να νιώσει τη χαρά της δημιουργίας, τη χαρά από την αγωγή της ψυχής του, τη χαρά από την συνύπαρξη εν κοινωνία με τους άλλους, τη χαρά από την ανταλλαγή συναισθημάτων και όλες τις άλλες κοινές και πανανθρώπινες χαρές (και τις λύπες). Και ακόμη τη χαρά από τη συνείδηση και την εκπλήρωση του χρέους του προς τους άλλους.

5. Στόχος της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που αφορά όλους –πάσχοντες και υγιείς– είναι επίσης, να μη χάσει ποτέ ξανά άνθρωπος το Πρόσωπό του. (Και γι’ αυτό πρέπει να ξανασκεφτούμε τι πράττουμε, όταν μιλάμε για πρόσωπα που πάσχουν, και τα χαρακτηρίζουμε ως «περιστατικά» ή ως «λήπτες υπηρεσιών». Γιατί σοβαροί για τους πάσχοντες κίνδυνοι ελλοχεύουν από τη χρήση όρων που έχουν τις ρίζες τους στην άνυδρη επικράτεια των αριθμών και τη στενόκαρδη τεχνοκρατική αντίληψη των πραγμάτων).

6. Γι‘ αυτή τη Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση πάλευαν λοιπόν πριν από τριάντα και περισσότερα χρόνια αυτοί που τολμά και ειρωνεύεται τώρα ο Διοικητής του Ψ.Ν.Α. Και όχι γι’ αυτή που ακάθεκτη καταποντίστηκε και κατάντησε γραφή κενή περιεχομένου και σύνθημα προς εξαπάτηση των αφελών ή όσων δεν γνωρίζουν, και άγρα των ψήφων τους.

7. Οργή προκαλούν αυτά τα παιδικά παιχνίδια με τους αριθμούς και η μπακαλίστικη χρήση τους που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι «…από τους 4.500 χρόνιους ασθενείς που υπήρχαν στα ψυχιατρεία, σήμερα έχουν απομείνει μόνο 240 …οι 4.260 αποασυλοποιήθηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια». Αυτοί οι 4.260 άρρωστοι, λοιπόν, μετρημένοι ένας προς ένα από τον κ. Διοικητή ζουν και βασιλεύουν. Κανείς από αυτούς δε πέθανε στα δέκα χρόνια που πέρασαν, κανείς δεν νοσηλεύεται σε ιδιωτική κλινική, κανείς δεν νοσηλεύεται στα Ψυχιατρεία που δεν έκλεισαν ακόμα. (Και, προφανώς, πολλοί από αυτούς απολαμβάνουν τις υπηρεσίες αμαρτωλών Ν.Π.Ι.Δ., που ό ίδιος ο κ. Διοικητής και οι προϊστάμενοί του κατακεραύνωναν πριν λίγο καιρό για τις ατασθαλίες τους. Και προφανώς επίσης οι υπόλοιποι 240 που ξέμειναν από το θαύμα περιμένουν με αγωνία τη δική τους σειρά να ευτυχήσουν).

8. Αντί ο κ. Διοικητής λοιπόν να ονειρεύεται τέτοια θαύματα και να ζητάει «το όνομα και το επίθετο ενός χρόνιου ασθενούς ...ο οποίος ζει σε παγκάκι ή κάτω από γέφυρα», ας ζητήσει να μάθει τουλάχιστον, έστω και τώρα, που βρίσκονται οι ασθενείς του Νοσοκομείου που διοικεί, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στα Οικοτροφεία των Ν.Π.Ι.Δ. Και βέβαια, με ποιες διαδικασίες μεταφέρθηκαν, ποιος υπέγραψε το εξιτήριό τους, ποιο Ν.Π.Ι.Δ. ενεπλάκη στη μεταφορά τους, ποια η σχέση του Ν.Π.Ι.Δ με τον υπογράψαντα το εξιτήριο. Και κυρίως να μάθει ποιοι από αυτούς πέθαναν και ποια ήταν η αιτία του θανάτου τους. Γιατί, όπως του έχω ξαναπεί, προ αυτού Διοικητής, όταν ρωτήθηκε εγγράφως σχετικά, πριν από τέσσερα χρόνια και βάλε, από το Συνήγορο του Πολίτη και μένα ως εκπρόσωπο της ΕΨΕ, δεν μας απάντησε. Κανείς τους εκεί στο Δαφνί δεν ήξερε, ούτε ενδιαφέρθηκε να μάθει τι είχαν απογίνει οι άρρωστοι., που με τέτοιες μεθοδεύσεις, που δυστυχώς επαναλαμβάνονται, «αποασυλοποιήθηκαν».
 

Διαβάστε και το κείμενο της Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία:
 

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

West 47th Street

  
Μια ταινία με αφορμή το επικείμενο κλείσιμο των ψυχιατρείων
χωρίς να έχει δημιουργηθεί ένα κοινοτικό δίκτυο υπηρεσιών
για τη φροντίδα και υποστήριξη των ψυχικά πασχόντων
  

West 47th Street 
Film Description: Life on the streets of New York City for the poor and homeless is an unforgiving struggle. For those who also battle mental illness, it is marked by the additional pressures of fear, isolation and misunderstanding. "West 47th Street," a remarkable film, takes its cameras into the heart of the struggle as it rejects the invisibility of the mentally ill who inhabit America's urban streets. Filmed over three years at Fountain House, a renowned 50-year-old rehabilitation center in New York, West 47th Street reveals the human face of mental illness — and the faith and courage with which its victims fight to recover control of their lives... read more

An interview with the directors: Bill Lichtenstein and June Peoples



Η μεγάλη απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης στις ΗΠΑ

People with severe mental illness were once housed by the hundreds of thousands in state mental hospitals. But the "deinstitutionalization" movement that began in the 1960s and gained steam in the '70s and '80s changed the landscape -- and the challenges that mentally ill people face.

It did not, however, mean the end to institutionalization. "What we have now is trans-institutionalization," says Andrew Sperling, legislative director for the National Alliance for the Mentally Ill. People with mental illness leave acute or chronic care facilities without adequate provisions for their housing or support, and end up sliding into homeless shelters or the criminal justice system, Sperling says.

The numbers are stark. The numbers of in-patient beds in state and county institutions for the mentally ill declined from 413,000 in 1970 to 119,000 in 1986. By the 1990s, the number fell well below 100,000.

But in 1998, 283,800 people with mental illnesses were incarcerated in American jails or prisons - four times the number in state mental hospitals, according to the Department of Justice. "These days, the largest single provider of housing for people with severe mental illness is the criminal justice system," says Sperling.

Those incarcerations are generally short-term and involve crimes like disturbing the peace or vagrancy. But no one argues that jailing the mentally ill is a solution to their housing needs. The situation persists, say some advocates, because of the stigma still attached to diseases of the mind.

"Mental illness is an equal opportunity illness -- it strikes across all barriers of race and class. Yet the public perception is still the disheveled person on the street," says Michael Allen, senior staff attorney at the Judge David L. Bazelon Center for Mental Health Law in Washington, D.C.

Today's reality falls far short of the vision of four decades ago, when the deinstitutionalization movement was born. In theory, people were to move from mental hospitals into community mental health care systems, and be reintegrated into towns and neighborhoods where they'd get services and shelter. Several studies have shown the idea can work, and thousands of Americans with mental illness have benefited -- but thousands more have failed to get adequate follow-up, treatment and assistance.

One model that shows promise is so-called "supportive public housing." Residents have the same rights as any other tenant, with freedom to come and go as they please, and the housing complex links them to social services including mental health care. Advocates believe all but the most severely mentally ill can succeed in such a setting.

The supportive housing model also saves taxpayers money, experts say. Researchers at Berkeley University's Goldman School of Public Policy examined the consequences of providing supportive housing for 250 people with mental illness. Before moving in, the participants had made frequent use of emergency rooms and hospitals, costing thousands of dollars per person annually. Once the people were placed in supportive housing, the study found a 58 percent decrease in emergency room visits, a corresponding drop in hospital stays, and virtual elimination of their use of residential mental health facilities.

But supportive housing is still lamentably scarce, advocates say. People with mental illness continue to suffer from the general shortage of affordable housing, compounded by some landlords' unwillingness to rent to the mentally ill. "What we call in-your-face discrimination still exists," Sperling says, "even though it's against the law." And in some cases, the law itself limits housing options: Federal legislation that allows public housing to be designated "elderly only" has closed off up to 300,000 housing units to the mentally ill, Allen estimates.

Approximately one-third of the nation's homeless have a severe mental illness. Many others with mental illness end up living nomadically, moving among the homes of parents and other family members. Outside the family, group homes are the primary housing option for people with mental illness, but they often face stiff resistance from neighbors: "There are huge NIMBY (not-in-my-backyard) battles about establishing a four-person home for people with depression," says Allen.

These battles contribute to the persistence of larger facilities in some states, now usually privately-run but still paid for by taxpayers. They go by different names in different states. In New York state they're called "adult care homes."

In Spring 2002, the New York Times detailed appalling conditions in the adult care homes that house hundreds of the mentally ill in New York City. The articles revealed a level of neglect and abuse that echoed the horror stories about state mental hospitals in the 1950s and '60s. Advocates say it's an old problem in a new guise, and one likely to persist as long as prejudices about mental illness survive.

"If I had to describe the public attitude toward people with mental illness," says Allen, "it would be 'Out of sight, out of mind.'"  



Διαβάστε επίσης: Για τον τρόπο κατάργησης των ψυχιατρείων
   
 

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Καθηλωμένοι σε πρακτικές Μεσαίωνα

 
Institutional Grief by Eric Drooker
 της Ιωάννας Σωτήρχου, 
αναδημοσίευση από την 


Στη λογική τού «τρελοί για δέσιμο» λειτουργούν τα ψυχιατρικά νοσοκομεία της χώρας. Το μέτρο του κλινοστατισμού από έσχατη λύση τείνει να μετατραπεί σε καθιερωμένη πρακτική, λόγω των συνθηκών (υπο)λειτουργίας των δημόσιων ψυχιατρείων. Εν τω μεταξύ, η λίστα των ψυχικά πασχόντων-θυμάτων μεγαλώνει επικίνδυνα.

Μπορεί σε μια κοινωνία που δοκιμάζεται παρατεταμένα να ακούγεται ως πλεονασμός η «απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση». Προτού γίνει καθεστώς για σχεδόν όλους μας, η χώρα μας είχε δώσει τα διαπιστευτήριά της σε τέτοιου είδους πρακτικές, και μάλιστα σε βάρος των πιο ευάλωτων –δείγμα πολιτισμού κι αυτό…- των ψυχικά ασθενών. Αυτό φανερώνουν οι εδώ και δεκαετίες διαπιστώσεις της Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης (CPT), αλλά και τα πιο πρόσφατα πορίσματα της Ειδικής Επιτροπής για την Προστασία των Δικαιωμάτων των Ψυχικά Ασθενών.

Η επιστολή-καταγγελία συγγενών ασθενούς που εξευτελίστηκε στο Δαφνί, καθώς -αφού την έδεσαν- δεν την άφησαν να πάει ούτε στην τουαλέτα (με ό,τι αυτό συνεπάγεται) και «της αφαίρεσαν τα εσώρουχα και την άφησαν έτσι σε κοινή θέα μέχρι το πρωί που την έλυσαν», τον περασμένο μήνα, είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Κι ας διατάχτηκε ΕΔΕ από τον αρμόδιο υπουργό…

Θα μπορούσε απλώς να ρίξει μια ματιά στα πορίσματα της Επιτροπής, της οποίας εποπτεύει ως υπουργός, που επιβεβαιώνουν ότι οι καθηλώσεις αποτελούν καθημερινότητα στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής. Θα μπορούσε με μια απλή επικοινωνία του με τον διοικητή του να μάθει (όπως μας ανέφερε ο ίδιος σε τηλεφωνική μας επικοινωνία, αλλά χωρίς ποτέ να απαντήσει στα ερωτήματα που του θέσαμε γραπτώς, κατόπιν απαίτησής του μάλιστα) ότι έτσι είναι, επειδή δεν υπάρχει αρκετό νοσηλευτικό προσωπικό. Το παραδέχτηκε έπειτα από σχεδόν μία ώρα συνομιλίας, λέγοντάς μας ότι από την εμπειρία του σε αντίστοιχες δομές στη Βρετανία δεν χρησιμοποιούνται ποτέ οι καθηλώσεις, ακριβώς επειδή υπάρχει το ανθρώπινο δυναμικό που μπορεί να στηρίξει μια περισσότερο επιστημονική θεραπευτική διαδικασία.

Στην πράξη ποτέ δεν εφαρμόζεται το «πρωτόκολλο της Επιτροπής» που περιγράφει τον τρόπο εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων κατά την ψυχιατρική νοσηλεία, κι ας διατυπώνονται αντιρρήσεις, επειδή γίνονται αποδεκτά τέτοιου είδους μέτρα, όπως ο κλινοστατισμός, η καθήλωση δηλαδή, έστω και ως έσχατη λύση. Ωστόσο, οι συνθήκες λειτουργίας των δημόσιων ψυχιατρείων τον έχουν αναγάγει σε καθιερωμένη πρακτική.

Με πρόγραμμα…

Συχνές και πρόσφατες είναι οι εκθέσεις της Επιτροπής, με αφορμή καταγγελίες για κατάχρηση αυτού του μέτρου. Διαβάσαμε και μία που αναφερόταν στον θάνατο ενός νοσηλευόμενου πέρσι, ενώ ήταν καθηλωμένος στο ψυχιατρείο Τρίπολης: την τιμητική τους έχουν συγκεκριμένα τμήματα στο Δαφνί, ενώ μάλιστα σε ένα (το 7ο) η Επιτροπή ανακάλυψε και τη διεθνή πρωτοτυπία του δεσίματος, με πρόγραμμα που αφορούσε τους περισσότερους ψυχικά ασθενείς του τμήματος.

 
Συγκεκριμένα, στις 15/5/2012 -όπως αναφέρεται στην έκθεσή της- η Επιτροπή διαπίστωσε ότι «[...] επέλεξαν τη λύση να καθηλώνονται με ιμάντες επί κλίνης, προληπτικά, οι 10 από τους 17 νοσηλευόμενους κάθε νύχτα από 9 μ.μ. έως 9 π.μ.». «Το μέτρο της προληπτικής νυχτερινής καθήλωσης στο 7ο τμήμα πρέπει να αρθεί άμεσα» ήταν η πρώτη σύσταση της Επιτροπής.

Παρατηρούσε επίσης, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο που υπάρχει σε μια ημιτελή ψυχιατρική μεταρρύθμιση: «Οι τρόφιμοι του 7ου Τμήματος θα έπρεπε να βρίσκονται σε οικοτροφεία αυξημένης φροντίδας. Με δεδομένη την αναστολή προσλήψεων στο Δημόσιο, και μέχρις ότου αυτή αρθεί, προτείνεται να απευθυνθεί πρόσκληση από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στις ΑΜΚΕ για τη σύσταση δύο οικοτροφείων αυξημένης φροντίδας που θα στεγάσουν και θα περιθάλψουν τα εν λόγω άτομα».

Η Επιτροπή επανήλθε έναν χρόνο αργότερα, με δεύτερη επίσκεψή της στις 17.9.2013, για να διαπιστώσει πως τίποτα δεν έχει αλλάξει και τα δεσίματα συνεχίζονταν: «Στο Τμήμα δεν υπάρχει ιδιαίτερος θάλαμος περιορισμού. Δύο από τους νοσηλευόμενους ήταν καθηλωμένοι σε κάθισμα στον διάδρομο, ενώ κάθε νύχτα εξακολουθούν να καθηλώνονται, προληπτικά, επί κλίνης εννέα -τουλάχιστον- νοσηλευόμενοι (9 μ.μ. έως 9 π.μ.)» από τους 19 που υπήρχαν εκείνη την περίοδο. Και φυσικά επαναλαμβάνονταν τα όσα περί έλλειψης προσωπικού ιατρικού και νοσηλευτικού είχαν εξ αρχής διαπιστωθεί.

Κατά κόρον

Αποκαλυπτικός ο διάλογος για τη συχνότητα εφαρμογής αυτού του μέτρου από τη συνομιλία της Αιμιλίας Πανάγου (επαγγελματίας ψυχικής υγείας, ειδική επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη) με έναν γιατρό, στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής της με θέμα τις καθηλώσεις, την οποία ετοιμάζει. Ο γιατρός παραδέχεται ότι αφορά σχεδόν τους μισούς νοσηλευόμενους, ενώ, αν τους διαχωρίσει σε αυτούς που προσέρχονται εκούσια στα ψυχιατρεία και σε αυτούς που μεταφέρονται εκεί κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας (ακούσιους ασθενείς), τότε στους δεύτερους εφαρμόζεται κατά κόρον και αφορά τους 7 στους 10:

- Θεωρείτε ότι πρόκειται για φαινόμενο ασυλικής προστασίας που συμβαίνει εξαιτίας μιας ασυλικής ψυχιατρικής κουλτούρας ή εξαιτίας της αδυναμίας, της αποδιοργάνωσης του συστήματος ψυχιατρικής φροντίδας;

Οι περισσότερες μελέτες που έχουν γίνει έχουν δείξει ότι τα περιοριστικά μέτρα δεν σχετίζονται τόσο με την ψυχοπαθολογία και την ένταση της ψυχοπαθολογίας των ασθενών, όσο σχετίζονται με άλλου τύπου θέματα, όπως: οι κλινικές που έχουν πολύ κόσμο (ασθενείς) ή οι κλινικές που έχουν λίγο προσωπικό, ή παράγοντες όπως: ποια είναι η γενικότερη πολιτική του Νοσοκομείου, δηλαδή είναι θέματα που δεν άπτονται της παθολογίας του ασθενή, τόσο πολύ όσο είναι γενικότερα -συστημικά, όπως λέτε- θέματα και σαφώς το πιστεύω αυτό… Εγώ θεωρώ ότι κάθε φορά που εφαρμόζουμε ένα περιοριστικό μέτρο αποτυγχάνουμε»…


Καταπάτηση δικαιωμάτων ή προστασία;
 
της Αιμιλίας Πανάγου *

Με αφορμή την πολυετή έρευνά της, ζητήσαμε από την κ. Πανάγου να μας δώσει μια συνοπτική εικόνα της διεθνούς επιστημονικής συζήτησης γύρω από το θέμα:

«Οι περιοριστικές πρακτικές, στο πλαίσιο παροχής ψυχιατρικών υπηρεσιών, έχουν χαρακτηρισθεί, είτε ως αμιγώς θεραπευτικές μέθοδοι είτε ως μορφές τιμωρίας και καταστολής, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Σύμφωνα με τους επικριτές των καθηλωτικών μέτρων, η χρήση τους ισοδυναμεί με κατάφωρη καταπάτηση του δικαιώματος των ασθενών στην ελευθερία και στην αξιοπρεπή μεταχείριση κατά τη νοσηλεία. Η προσφυγή σε τέτοιου είδους μεθόδους σηματοδοτεί αποτυχία στην παροχή φροντίδας και ταυτόχρονα απουσία πιθανότητας για ομαλή κοινωνική συνδιαλλαγή».

»H καθήλωση μπορεί δυνητικά να χρησιμοποιηθεί ως τιμωρία ή να ισοσταθμίσει την έλλειψη προσωπικού σε δομές με υπερπληθυσμό ασθενών. Επιπλέον, δεν συντελεί στη μάθηση μιας νέας, περισσότερο αποδεκτής συμπεριφοράς και συχνά έχει συσχετισθεί με τραυματισμούς ασθενών ή προσωπικού. Συγκεκριμένα, 50-150 θάνατοι ετησίως καταγράφονται ως συνέπεια των περιοριστικών πρακτικών («Deadly restraint», 1998)».

»Στον αντίποδα βρίσκεται η άποψη των υποστηρικτών. Κύριο επιχείρημα είναι η δυσκολία διαχείρισης έκτακτων καταστάσεων, στις οποίες εμπλέκονται ασθενείς με σοβαρή ψυχοπαθολογία, ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς και συνακόλουθη ανάγκη για νοσηλεία. Οι ψυχικά ασθενείς είναι επιρρεπείς στην αιφνίδια έλλειψη αυτοελέγχου και ως εκ τούτου στερούνται της δυνατότητας συμμετοχής σε «υγιή», διαπροσωπική επικοινωνία».

»Η καθήλωση θεωρείται τρόπος προστασίας της ακεραιότητας ενός ατόμου και προώθησης του αυτοελέγχου. Υπό το πρίσμα αυτό, η χρήση των περιοριστικών πρακτικών διεθνώς βασίζεται στην υπόθεση ότι ενδέχεται να οδηγεί σε καλύτερα και αμεσότερα θεραπευτικά αποτελέσματα. Η «ιδανική ισορροπία» μεταξύ πατερναλισμού και αυτονομίας του ασθενούς θα μπορούσε να βρίσκεται στη μικρότερη, εφικτή χρήση καθηλωτικών πρακτικών, συνδυαζόμενη με το μεγαλύτερο δυνατό κλινικό αποτέλεσμα».

»Ανεξάρτητα από τις επιμέρους θέσεις, περιορισμένη γνώση υπάρχει σχετικά με το αντίκτυπο της χρήσης καθηλωτικών πρακτικών και τα αποτελέσματα που επιφέρει. Οπως επεσήμαναν ο Rubenstein και οι συνεργάτες του, η καθήλωση κατά την ψυχιατρική πρακτική φαίνεται να έχει εδραιωθεί σε μια βάση ομοφωνίας και όχι επαρκών, επιστημονικών δεδομένων. Ισως έτσι δικαιολογούνται και οι διεθνείς αποκλίσεις όσον αφορά στα είδη, τη συχνότητα εφαρμογής και τις νομικές διατάξεις των περιοριστικών μέτρων».


* Επαγγελματίας ψυχικής υγείας, ειδική επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη
 
 
2008-2016 psi-action. Powered by Blogger Blogger Templates designed by Deluxe Templates. Premium Wordpress Themes | Premium Wordpress Themes | Free Icons | wordpress theme
Wordpress Themes. Blogger Templates by Blogger Templates and Blogger Templates