Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Μια παράσταση για τον εγκλεισμό στο άσυλο

"Πουθενά αλλού το αίσθημα της ερημιάς, της απομονώσεως, δεν είνε τόσο οδυνηρά καταθλιπτικόν όσο εις το άσυλο των παραφρόνων. Ο,τι χαρακτηρίζει την τρέλλαν είνε ένας απόλυτος και αθώος εγωισμός που αιχμαλωτίζει αδιέξοδα την ψυχήν μέσα εις τον ίλιγγον των υποκειμενικών παραισθήσεών της. Καμμιά επικοινωνία με την πραγματικότητα, καμμιά επαφή με τους "άλλους", κανένας τρόπος συνεννοήσεως μεταξύ του ενός και του άλλου τρελλού". Ρώμος Φιλύρας

"Έχουν γραφτεί πολλά έργα για την τρέλα και τη ζωή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Ο κλειστός χώρος και η προβολή των ιδιαιτεροτήτων του ατόμου σε μια υπερβολική έκφραση είναι συστατικά που συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας θεατρικής πραγματικότητας. Βασικά ζητήματα που αποτελούν τη φιλοσοφική αναζήτηση του ατόμου, σχετικά με την κανονικότητα των συμπεριφορών και των μοντέλων που οριοθετεί η κοινωνία και μέσα στα οποία καλούμαστε να ζήσουμε, αλλά και σχετικά με την προσωπική ελευθερία, με τη ματαιότητα ή τη σπουδαιότητα του προορισμού μας, στην περίπτωση ενός ψυχικά διαταραγμένου βγαίνουν στην επιφάνεια.


Σαν να έπεσε μια πέτρα στα ήρεμα νερά. «Ξαφνικά όλοι ταράζονται. Σαν σε πρόσταγμα», όπως περιγράφει και ο Φιλύρας ένα ξέσπασμα στο θάλαμο των μανιακών. Εκεί βλέπουμε όχι αυτό που είμαστε αλλά αυτό που θέλαμε να γίνουμε. Όνειρα, φαντασιώσεις, μεγαλομανείς τάσεις, μετατρέπουν απλοϊκούς ανθρώπους σε θεούς, βασιλιάδες, αυτοκράτορες, πάμπλουτους επιχειρηματίες, στρατηγούς, εφευρέτες και σε όποια άλλη ιδιότητα δοξάστηκε στο πέρασμα των χρόνων.

Αυτό που δεν πετυχαίνει κανείς στη μίζερη ζωή του, το καταφέρνει η τρέλα, αυτή η απόλυτη, η θεία ελευθερία. Το κείμενο του Ρώμου Φιλύρα με συγκλόνισε. Δυσκολεύτηκα πολύ να το διαβάσω. Κάθε του φράση ήταν κι ένα σφίξιμο στο στομάχι. Τη μια ήθελα να βάλω τα γέλια και την άλλη τα κλάματα. Αν είμαστε όνειρα και κανένας δε μας έχει ονειρευτεί; Αν από όσους αγαπήσαμε δε μας θυμάται κανείς; « Γιατί αλήθεια τι μου γλυκοπικρογίνεστε εσείς που γνώρισα απ' έξω; Ήρθε κανείς σας να μου φέρει τη ζέστα της ματιάς σας, όπου τρεμοσβήνει το άγιο φως του λογικού;».

Η μοναξιά, η εγκατάλειψη, η ανυπαρξία, η έλλειψη αγάπης, έρωτα, όλη η τραγική ειρωνεία της ανθρώπινης ύπαρξης, κλεισμένη μέσα σε λίγες σελίδες. Από τα πιο δύσκολα κείμενα. Πρώτον γιατί δεν γράφτηκε για να γίνει θέατρο και δεύτερο γιατί έπρεπε να βρεθεί τρόπος να μην κουράσει, αφού αυτό είναι ένα σταθερό ζήτημα, όταν πρόκειται για μονόλογο.

Στο πρώτο βοήθησε η διασκευή του Αντώνη Παπαϊωάννου που κράτησε και προέβαλε τα αμιγώς θεατρικά στοιχεία του κειμένου και στο δεύτερο ο Πέτρος Ξεκούκης, ένας ηθοποιός που με την πλαστικότητα των κινήσεών του και την αυθεντική θεατρική του έκφραση, μας κάνει να γνωρίσουμε καλύτερα τον Φιλύρα, να τον αγαπήσουμε και να μιλήσουμε για αυτόν."

Αυτά έγραψε η Τόνια Σταυροπούλου που σκηνοθέτησε τη θεατρική παράσταση “Ο χορός των επίπλων”, η οποία έχει βασιστεί στο αυτοβιογραφικό κείμενο του Ρώμου Φιλύρα “Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον”. Σε αυτό το ίδρυμα έζησε ο ποιητής και δημοσιογράφος Ρώμος Φιλύρας (ψευδώνυμο του Ιωάννη Οικονομόπουλου), από το 1927 μέχρι τον θάνατό του (1942).

Την παράσταση παρουσιάζει η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία “Θέατρο Τεχνοδιάσταση” στην αίθουσα τέχνης "ΑΡΤΙ" (Ηπείρου 41), κάθε Δευτέρα και Τρίτη (ώρα 21:00), μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου.

Για τον Ρώμο Φιλύρα θα βρείτε αποσπάσματα κειμένων, πληροφορίες και σχετικούς συνδέσμους στο aikaterinitempeli's weblog (δείτε: 1, 2, 3).

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Χωματερές για ξεχασμένους ανθρώπους (video)



To video αναφέρεται στην έρευνα της δημοσιογράφου Yana Buhrer Tavanier, την οποία είχαμε παρουσιάσει σε προηγούμενη ανάρτηση, σχετικά με τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων με νοητική υστέρηση και ψυχιατρικά προβλήματα στα ιδρύματα της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Σερβίας.

Αξίζει να το δείτε και να το διαδώσετε.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Ούτε περασμένα, ούτε ξεχασμένα (μέρος 2ο)

  
"Μια μέρα έκπληκτος διαπίστωσα ότι δεν ένιωθα καμιά συγκίνηση τραβώντας τις φωτογραφίες μου. Δεν είχα πια τον αρχικό πυρετό, την απόσταση από το ντεκόρ. Άρχι­σα να πλησιάζω υπερβολικά, να προσέχω τις λήψεις μου, να διαλέγω το καδράρισμά μου, να περιμένω το ανδρα­γάθημα μιας καλής εικόνας. Είχα γίνει υπερβολικά διαυ­γής. Δεν φοβόμουν πια τους τρελούς. Σταμάτησα αμέσως, γύρισα στο Παρίσι και δεν φωτο­γράφησα ξανά στο San Clemente." Raymond Depardon

Είναι γνωστό ότι, ακόμα και σήμερα, χρησιμοποιείται ο σωματικός περιορισμός (ή καθήλωση) και η απομόνωση των ψυχικά ασθενών (αλλά και ατόμων με νοητική υστέρηση) που ζουν στα ιδρύματα, ενώ έχουν “καταγγελθεί” ακόμα και κάποιες κοινοτικές δομές για την εφαρμογή τέτοιων πρακτικών. Πότε χρησιμοποιείται; Ακόμα και οι “υποστηρικτές” της πρακτικής αυτής, τονίζουν ότι εφαρμόζεται (για μικρό χρονικό διάστημα) σαν έσχατη λύση. Όταν, δηλαδή, έχουν αποτύχει όλες οι προσπάθειες για την αντιμετώπιση μιας βίαιης ή επιθετικής συμπεριφοράς και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για σωματική βλάβη του ίδιου του ατόμου ή τρίτων. Βέβαια, πολλά “πρακτικά” ερωτήματα μπορούν να τεθούν (πχ. ποιες είναι αυτές οι προσπάθειες που απέτυχαν, από ποιους και πως έγιναν, σε ποιο περιβάλλον επιχειρήθηκαν κτλ). Ακόμα περισσότερα είναι τα ηθικά ερωτήματα. Αλλά και να δεχτούμε ότι κάποιοι εφαρμόζουν τον περιορισμό σαν έσχατη λύση, όπως υποστηρίζουν, οι άνθρωποι που έχουν υποστεί αυτή την "έσχατη λύση" φαίνεται να είναι πολλοί, για να πειστούμε ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα μεγάλο θέμα για το οποίο έχουν γραφεί πολλά και έχουν συζητηθεί ακόμα περισσότερα και φυσικά δεν φιλοδοξούμε να το αναπτύξουμε σε ένα blog.

Αυτό που επιθυμούμε να υπενθυμίσουμε, με την ευκαιρία του αποσπάσματος που επιλέξαμε για σήμερα και το οποίο αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησής μας, είναι ότι συνεχίζουν να βρίσκονται άνθρωποι δεμένοι ή περιορισμένοι ή απομονωμένοι, όχι για την αποκλιμάκωση μιας βίαιης συμπεριφοράς αλλά σε μόνιμη βάση. Δεν νομίζουμε να υπάρχει υποστηρικτής της συγκεκριμένης πρακτικής (ούτε σχετικό θεωρητικό υπόβαθρο). Παρ' όλα αυτά συμβαίνει. Πολλές είναι οι δικαιολογίες που μπορεί να ακουστούν, αλλά καμιά από αυτές δεν αποτελεί επιχείρημα για το γεγονός ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται σε καθημερινή βάση δεμένος ή απομονωμένος.

Δεν είναι καινούρια όλα αυτά. Βρισκόμαστε, όμως, σε μια κρίσιμη περίοδο (που τείνει να γίνει μόνιμη) και οι κίνδυνοι είναι αυξημένοι. Ο χώρος της ψυχικής υγείας πλήττεται από τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων ετών. Η υποχρηματοδότηση επηρέασε την ποιότητα παροχής υπηρεσιών, ανάγκασε έμπειρο προσωπικό να εγκαταλείψει το χώρο, αλλά και όσοι απέμειναν εργάζονται απλήρωτοι, εξουθενωμένοι, ματαιωμένοι. Έγιναν περικοπές σε προσωπικό, σε δραστηριότητες, σε εκπαίδευση, σε εποπτείες...

Το μέλλον είναι αβέβαιο και προς το παρόν για τη νέα κυβέρνηση δεν υπάρχουμε (θα επανέλθουμε σύντομα σε αυτό το θέμα). Αυτές τις δύσκολες στιγμές οφείλουμε να είμαστε ακόμα πιο ευαισθητοποιημένοι. Εύκολα το μεμονωμένο περιστατικό γενικεύεται και η έσχατη λύση έρχεται πρώτη. Να μην ανεχτούμε στους χώρους φροντίδας πρακτικές που δεν εφαρμόζονται στις χειρότερες φυλακές. Για κανέναν λόγο.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα μιας προφορικής μαρτυρίας του ψυχίατρου Γιώργου Λυκέτσου (από το βιβλίο: "Ιερά οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαϊτειο" της Μαρίας Φαφαλιού).Για την ιδρυματική περίθαλψη το 1947 με το 2009, δεν είναι τόσο μακρυά:

"Το χειρότερο τμήμα, όπως είπαμε, ήταν το τμήμα των «Μανιακών». Μόλις λοιπόν έγινα εγώ Διευθυντής της Γ' Κλινικής το 1947, έγραψα μια εγκύκλιο στους νοσοκόμους των τμημάτων μου, αλλά οι νοσοκόμοι μου λένε: «Μόλων λαβε. Τι θα πει δίνεις εντολή να τους βγάλουμε από τους μανδύες κι από τα κλουβιά; Έλα να τους βγάλεις. Εμείς δεν τους βγάζομε, έλα εσύ». Κι εγώ λέω μέσα μου «πρέπει να τους βγάλω εγώ γιατί αν δεν το κάνω εγώ δεν θα το κάνουν και εκείνοι». Αλλά ήμουν νέος. Τους λέω τότε «ποιος είναι ο χειρότερος άρρωστος εδώ, ποιον έχετε;» Το είπα έτσι, αλλά είχα εκατόν πενήντα σφύζεις το λεπτό εκείνη την ώρα που τόλεγα. Μου λένε «ο Τσουρ...» «Ωραία. Τι είναι αυτός;» «Να, λέει, πάμε να του δώσουμε να φάει και μας δίνει μια γροθιά που δεν χρειαζόμαστε δεύτερη. Με μια πέφτουμε νοκ-άουτ». Λέω «να τον δω αυτόν τον άρρωστο. Θα τον ελευθερώσω εγώ». Το είπα, αλλά η καρδιά μου δεν τόλεγε!

Μπαίνουμε λοιπόν στο τμήμα των Ανήσυχων εγώ και κάμποσοι νοσοκόμοι μαζί, διότι έπρεπε να έχω προστασία. Λοιπόν, έπρεπε να δείξω ότι δεν φοβάμαι. Φοβόμουνα, αλλά έπρεπε να δείξω ότι δεν φοβάμαι για να πείσω και τους άλλους να τολμάνε και εκείνοι, διότι δεν θα γινόταν τίποτα αν δεν το τολμούσα αυτό το πράγμα. Εμπήκαμε λοιπόν, οι νοσοκόμοι γύρο) μου κλπ., ανοίγουμε την πόρτα, μπαίνομε στο τμήμα των «Μανιακών», προχωρήσαμε, αυτός ήταν στο δεύτερο πάτωμα σε μια άκρη σ' ένα θάλαμο τελείως απομονωμένος. Έπρεπε να διασχίσαμε λοιπόν το τμήμα των «Μανιακών» κάτω, την αυλή που υπήρχε, το στεγασμένο μέρος και να πάμε ν' ανοίξει μια πόρτα η οποία οδηγούσε στο πάνω πάτωμα. Είχε μια σκάλα που ανέβαινες απάνω. Ανέβηκα, στο μεταξύ βλέπω πως ήταν λιγώτεροι οι νοσοκόμοι που ανέβαιναν απάνω, φτάνομε στον διάδρομο και ξαφνικά ανοίγουνε την πόρτα ενός σκοτεινού δωματίου το οποίο ήτανε μικρό και δεν υπήρχε τίποτα μέσα. Κάτι κλινοσκεπάσματα, χωρίς κρεβάτι, γιατί αυτός τάσπαζε όλα, διέλυε τα πάντα.

Άνοιξαν την πόρτα, που λέτε, κι ο νοσοκόμος φοβήθηκε και με έκλεισε μέσα και κάθησε εκείνος απ' έξω. Εγώ μπαίνω μέσα ξαφνικά σε ένα σκοτεινό μέρος χωρίς να μπορώ να βλέπω γιατί ερχόμουνα απ' το φως απ' έξω, χωρίς να μπορώ να βλέπω το θυμάμαι αυτό πολύ ζωντανά, με έναν άνθρωπο που δεν τον ήξερα καθόλου κι ο οποίος εφώναζε μ' έναν τρόπο τελείως ασυνάρτητο. Έλεγε πράγματα τα οποία δεν μπορούσε κανείς να τα συλλάβει, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή είχα τέτοια λαχτάρα που είχα τεντώσει τ' αυτιά μου και όλη μου την προσοχή ούτως ώστε να καταλάβω τι έλεγε βάσει των γνώσεων που είχα. Και μου άρεσε το θέμα, είχα διαβάσει πάρα πολύ καλά και ήμουνα από τότε φαίνεται σε θέση να μπορώ μέσα από την ασυναρτησία του αρρώστου να καταλάβω το νήμα που έλεγε. Γιατί ο ασυνάρτητος σχιζοφρενής μιλάει, σαν, να πούμε, να βλέπετε το Αιγαίο Πέλαγος. Ενώ βλέπετε ότι όλη η ξηρά έχει συνέχεια, στο Αιγαίο Πέλαγος βγαίνει ένα νησί εδώ, ένα νησί εκεί, ένα νησί πάρα πέρα, από κάτω όμως από τη θάλασσα υπάρχει συνέχεια ξηράς. Αυτό ήθελα να καταλάβω εγώ, για να μπορώ να δω πώς βγήκαν τα νησιά μετά, το ένα μετά από το άλλο, για να μπορέσω να επικοινωνήσω μαζί του. Γι' αυτό μόλις μπήκα στο σκοτάδι, τι να κάνω, δεν μπορούσα να αμυνθώ, τον άκουγα αυτόν από την άλλη άκρη να φωνάζει, από μια άκρη να φωνάζει και να λέει τα ασυνάρτητα, φοβήθηκα και κάθησα κάτω. Αυτός, όταν είδε και κάθησα κάτω δεν μου επετέθη.

Ξέρετε, οι σχιζοφρενείς δεν είναι κακοί άνθρωποι, φοβούνται. Επιτίθενται όταν σε φοβούνται. Όταν λοιπόν αυτός με είδε κάτω ήρθε από πάνω μου, δεν τον έβλεπα και καλά καλά, ήρθε από πάνω μου και άρχισε να φωνάζει και να λέει διάφορα πράγματα και καθώς δούλευε εμένα το μυαλό μου, μέσ' τα τόσα τα οποία έλεγε, -κι αυτή είναι όλη η τέχνη του γιατρού, να μπορέσει να πιάσει τι του λέει ο άλλος, να μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί του- και φαίνεται ότι η πρώτη κουβέντα που του είπα, «εκάθησα κάτω» του λέω «μη φοβάσαι». Εγώ εφοβόμουν και του είπα εκείνου «μη φοβάσαι»! Αυτό όμως τον έκοψε εκείνον, τον έκοψε και εξακολουθούσε να λέει, να λέει, να λέει, αλλά όλο και έβλεπε ότι δεν υπήρχε απειλή από μένα. Φαίνεται ότι μίλαγε μ' ένα τρόπο που ήμουνα σε θέση κι εγώ κάτι να του πω, που έδειχνε ότι κάτι καταλάβαινα απ' αυτά που μου έλεγε. Αυτή η κατάσταση η περίεργη βάσταξε κάμποση ώρα, οπότε ανησύχησε ο νοσοκόμος που ήταν απ' έξω, πήγε κι έφερε κι άλλους και μ' άνοιξαν την πόρτα. Εγώ όμως εν τω μεταξύ είχα αρχίσει να επικοινωνώ μαζί του, βέβαια μπορεί να μην ήταν λεκτική επικοινωνία, υπήρχε όμως μια εξωλεκτική επικοινωνία και του λέω «έλα μαζί μου, θα πάμε στο γραφείο μου» και με ακολούθησε, άλλωστε έβγαινε έξω ο άνθρωπος. Βγαίνω έξω, μόλις όμως με βλέπουνε οι νοσοκόμοι να βγαίνω έξω, πήγαν να τον πιάσουν για να τον βάλουνε μέσα. Λέω «όχι, θάρθει μαζί μου». Αυτοί με υπακούσανε βέβαια, εν τω μεταξύ φοβόντουσαν μήπως φάνε και καμιά, και απομακρυνθήκανε.

Λοιπόν απ' όπου περνάγαμε άδειαζε ο τόπος και περνάγαμε εμείς και δεν μίλαγε κανένας. Νέκρα, όλοι φοβόντουσαν. Επροχωρήσαμε και τον έφερα στο γραφείο κι ήρθε και κάθησε στο γραφείο μου. Δεν θυμάμαι τι είπαμε, αλλά θυμάμαι ότι έδωσα εντολή να του βάλουν κρεβάτι. Του λέω «θα πας τώρα πίσω στο δωμάτιο σου». Και επήγε αυτός πίσω. Άνοιξαν όλες οι πόρτες για να πάει πίσω και πήγε στο κρεβάτι του και από τότε άρχισε μια επικοινωνία. Πήγαινα κάθε μέρα βέβαια, ερχόταν κι αυτός κάθε μέρα, τέλος πάντων αυτή η ιστορία εξελίχτηκε σιγά σιγά ώστε μέσα σε κάμποσους μήνες να έχει βελτιωθεί τόσο πολύ που τον έπαιρνα στο γραφείο μου.

Μετά από δεν θυμάμαι πάλι πόσους μήνες έγινε ο βοηθός του γραφείου μου. Ήτανε δικηγόρος αυτός κι έγινε ο βοηθός του γραφείου μου. Γιατί τότε δεν είχαμε βέβαια γραμματείς, ούτε και τώρα νομίζω έχουν, αλλά διαλέγαμε τους καλύτερους αρρώστους ιδίως άμα ξέρανε γραφομηχανή. Λοιπόν έγινε πρώτης τάξεως βοηθός μου για χρόνια και επειδή είχε και αδελφό δικηγόρο κατόρθωσα μετά και τον αποκατέστησα. Δηλαδή τον έβγαλα και πήγε και έγινε βοηθός στο γραφείο του αδελφού του. Έκανε τις δουλειές αυτές που κάνουν οι εκπαιδευόμενοι δικηγόροι. Δουλειές κλητήρα, ας πούμε."

Η φωτογραφία του Raymond Depardon και το κείμενο του ίδιου (μετάφραση: Γρ. Αμπατζόγλου) είναι από το Hellenic Photography Selections (τεύχος 3, 1991).

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Ούτε περασμένα, ούτε ξεχασμένα...


"Εχουμε πολύ βασανίσει τους τρελούς. Τους κάψαμε στην πυρά, τους εξορίσαμε, τους φυλακίσαμε. Τους αλυσοδέσαμε και μετά τους φορέσαμε το ζουρλομανδύα. Με χιλιάδες μεθόδους, με μια καλυμμένη βία θελήσαμε να τους κάνουμε να ομολογήσουν δημόσια το λάθος τους, να απαρνηθούν το παραλήρημά τους, να εγκαταλείψουν τις ψευδαισθήσεις τους, να ομολογήσουν και να κριτικάρουν τις μυστικές ενασχολήσεις τους. Απαιτήσαμε να επανορθώσουν τη συμπεριφορά τους. Επιτεθήκαμε στα κορμιά τους με χτυπήματα, με σκληρές φαρμακοθεραπείες, με αιματηρές βεντούζες, με εξαντλητικές δίαιτες, με ηλεκτροσόκ. Φτάσαμε μέχρι του σημείου ν’ ανοίξουμε το κρανίο τους για να βγάλουμε από μέσα το «λίθο της τρέλας»… λίγο αργότερα ακρωτηριάσαμε τον εγκέφαλό τους…." J. Hochmann

...
"Την εποχή εκείνη, το 1945 δηλαδή όταν μπήκα στο Δρομοκαϊτειο, η κατάσταση ήτανε φοβερή. Αν συγκρίνετε τη σημερινή Λέρο με το Δρομοκαϊτειο εκείνης της εποχής, η Λέρος είναι παράδεισος. Η κατάσταση ήτανε απελπιστική στα τμήματα των «Μανιακών», όπως λεγόντουσαν τότε τα χειρότερα τμήματα. Τα τμήματα αυτά μετονομάσθησαν έπειτα από μια δεκαετία σε «Ανήσυχα» και μετά από μια άλλη δεκαετία «άγιασαν», πήραν δηλαδή την ονομασία «Άγιος Ισίδωρος» για το ανδρικό τμήμα και «Αγία Μαρκέλλα» για το γυναικείο.


Υπήρχε ένα ποσοστό μικρό το οποίο λόγω της ασθενείας τους είχαν μείνει εκεί για χρόνια. Οι αρθρώσεις τους είχαν κολλήσει. Ήταν ένας άρρωστος ο οποίος είχε κολλήσει τελείως. Είχε μείνει ακίνητος στην ίδια στάση στη γούρνα το κεφάλι του τόσα χρόνια, που δεν μπορούσε να κλείσει τα χέρια ούτε να ανοίξει το στόμα. Αυτός είχε πεθάνει ψυχολογικά πρώτα. Το Δρομοκαϊτειο τότε ήταν ασφαλώς χειρότερο απ' ότι είναι ο Ζωολογικός Κήπος του Λονδίνου. Πέρα από τις αναθυμιάσεις δηλαδή, οι οποίες ήταν χειρότερες από τη μυρωδιά του Ζωολογικού Κήπου, πολύ χειρότερες.

Στα «Μανιακά» το πλείστον των αρρώστων και στους άνδρες και στις γυναίκες ήταν γυμνοί. Γυμνοί, χειμώνα καλοκαίρι. Οι περισσότεροι άρρωστοι ήταν καθηλωμένοι με καμιζόλες (τους λεγόμενους «ζουρλομανδύες»). Ο μανδύας ήτανε ένα παλτό, να φαντασθείτε μια ζακέτα από χοντρό καραβόπανο που είχε δυο μανίκια, το οποίο ήτανε κλεισμένο από μπροστά και το κάθε μανίκι τελείωνε σε ένα λουρί. Αυτό το φόραγες ανάποδα. Δηλαδή από μπροστά ήταν η πλάτη ας πούμε και από πίσω ήταν σαν μια ρόμπα ανοιχτή. Σαν τις μπλούζες του χειρουργείου. Να φαντασθείτε όμως ότι μπροστά ήταν ραμμένο κι αφού ήτανε ραμμένο είχε κι ένα λουρί. Το λουρί αυτό το τράβαγες και τόδενες πίσω και επομένως ο άρρωστος στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα και πίσω. Κι από πίσω είχε κι άλλα λουριά που έδενες και τον μανδύα, αλλά ήταν γυμνός από μέσα.

Η γύμνια ήταν κάτι το σύνηθες εκεί μέσα, μάλιστα μπορώ να σας πω ότι πολλοί μυστικά ερχόντουσαν απ' έξω για να γνωρίσουν την ανατομία των γυναικών η οποία ήταν άγνωστη τότε στους άρρενες, στους Έλληνες άρρενες, να δουν πώς είναι τέλος πάντων μια γυναίκα γυμνή. Διότι υπήρχανε μερικές άρρωστες που είχαν και καλό σώμα. Θυμάμαι μια κοπέλα με πολύ ωραίο σώμα, Νικ... λεγόταν, η οποία λόγω και της καταστάσεως της αυτής, της σχιζοφρένειας, δεν είχε ενδοιασμούς για να ικανοποιήσει τον ναρκισσισμό της. Ο επισκέπτης του νοσοκομείου δεν μπορούσε βέβαια να μπει μέσα στα τμήματα. Το κάθε τμήμα είχε σιδερένια παράθυρα με μπάρες απ' έξω κι η Νικ... καθόταν ολόγυμνη μπροστά στο παράθυρο και φαίνεται ότι χαιρόταν κιόλας που την βλέπαν έτσι, αλλά εν πάση περιπτώσει σας λέω πώς ήτανε η κατάσταση τότε: Ζωολογικός κήπος.

Δεν είναι δυνατόν να φαντασθείτε ότι υπήρχανε δεκάδες κλουβιά και ότι οι άρρωστοι ήτανε μέσα στα κλουβιά, όπως είναι στο Ζωολογικό Κήπο, είκοσι χρόνια, τριάντα χρόνια, όλη τους τη ζωή. Σε κλουβιά σιδερένια. Με κάγκελα. Ήτανε λάμες πλάτους ενός εκατοστού, πάχους ας πούμε τρία-τεσσερα χιλιοστά περίπου, συνηθισμένες λάμες και άφηναν ένα τετράγωνο μέσα, το οποίο είχε κάπου δέκα εκατοστά ίσα ίσα να μπορείς να περάσεις το χέρι σου. Είχαν μια πόρτα την οποία μπορούσες να την ανοίξεις είτε για να δώσεις φαΐ αν δεν φοβόσουν τον άρρωστο είτε για να τον βγάλεις, αν ποτέ μπορούσες; να τον βγάλεις έξω, για οποιονδήποτε λόγο. Αλλά τα πάντα γινόντουσαν μέσα στο κλουβί. Αυτό το κλουβί ήτανε το κρεβάτι τους. Στο κρεβάτι τους μέναν δηλαδή, ήτανε κρεβάτι και το κλουβί. Σηκωνόντουσαν πάνω απ' το κρεβάτι περί το 1 μ. - 1.20 μ. δεν θυμάμαι καλά. Δηλαδή ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος μέσα στο κλουβί."

Προφορική μαρτυρία του ψυχίατρου Γιώργου Λυκέτσου,
από το βιβλίο: "Ιερά οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαϊτειο" της Μαρίας Φαφαλιού.


Φωτογραφία: Ann Hassan "Μidnight dream" (The Other Side Gallery)
 
 
2008-2016 psi-action. Powered by Blogger Blogger Templates designed by Deluxe Templates. Premium Wordpress Themes | Premium Wordpress Themes | Free Icons | wordpress theme
Wordpress Themes. Blogger Templates by Blogger Templates and Blogger Templates